«Νεφώσεις, παροδικά αυξημένες, με βροχοπτώσεις, κυρίως στα βόρεια του νομού. Άνεμοι κατά τόπους ισχυροί τις πρωινές και πρώτες απογευματινές ώρες. Θερμοκρασία σε χαμηλά για την εποχή επίπεδα, 13 – 16 βαθμούς Κελσίου.»

Ο Απρίλης έμοιαζε περισσότερο με Μάρτη εκείνη τη χρονιά και τα σύννεφα ήταν το πρώτο που έβλεπε όταν σήκωνε τα ρολά το πρωί. Μετά έβλεπε τις σταγόνες της βροχής στο κάγκελο της βεράντας και πάνω στα φύλλα της μανώλιας. Απο κάτω άκουγε τα αυτοκίνητα να περνούν βιαστικά πετώντας νερά από το βρεγμένο δρόμο στους περαστικούς. Τυλίχτηκε με το κεραμιδί κασκόλ της και άνοιξε απρόθυμα την ομπρέλα. Αγαπούσε τη βροχή κι αν δεν έπρεπε να φτάσει στο γραφείο με άψογο μακιγιάζ και χτένισμα, θα άφηνε τις σταγόνες να κυλήσουν ελεύθερα στο μέτωπο και τα μάγουλά της.

Σήμερα τα πράγματα στην υπηρεσία είναι ήσυχα, λες κι ο κόσμος ξαφνικά αποφάσισε να γίνει καλύτερος, σα να αποφάσισε ο άνθρωπος να ντυθεί την αθωότητα, ίσως λόγω των ημερών. Σε δέκα μέρες θα είχαν Πάσχα και θα έπαιρνε επιτέλους εκείνη την άδεια. Την είχε ανάγκη. Θα πήγαινε στον αγαπημένο της τόπο, ένα χωριό κάτω από τον Ταΰγετο, εκεί που μπορούσε να ανασάνει αέρα καθαρό, μακριά από τη βρωμιά των φακέλων του γραφείου της. Οι φάκελοι…. Η σκόνη που μαζευόταν πανω τους ήταν πιο καθαρή από την πιο μικρή λέξη που βρισκόταν μέσα σε αυτούς τους φακέλους. Εκεί μέσα βρίσκονται όλα αυτά που λεκιάζουν τη ζωή: ονόματα, φωτογραφίες, στοιχεία. «Άνθρωποι» που έχασαν το δικαίωμα να λέγονται έτσι, που μόνο τυπικά δικαιούνται υπεράσπιση και από κανέναν δεν θα ακούσουν τη συγχώρεση. Ανοίγει το πάνω κουμπί από το λευκό πουκάμισο. Οι λαμπτήρες στην οροφή καμιά φορά αναβοσβήνουν απρόβλεπτα και βουίζουν μονότονα. Σαν σε ταινία μυστηρίου. Σα να πηγαίνουν το χρόνο πίσω.
«18 Απριλίου τρέχοντος έτους κλπ κλπ , έχοντας εκτίσει την ποινή του κλπ κλπ αποφυλακίζεται κλπ» Το είχε διαβάσει μουδιασμένη.

Δέν ήταν ότι δεν το ήξερε. Ήταν ότι δεν τό ήθελε. Αλλά ήταν προετοιμασμένη. Άλλωστε, αυτός ήταν ο δεύτερος στόχος. Ο πρώτος επιτεύχθηκε μερικά χρόνια πριν, όταν κατάφερε να μπει στην Υπηρεσία. Μέσα εκεί, με την Ομάδα, φρόντιζαν για το καθάρισμα. Έτσι το έλεγαν: Καθαριότητα. Όχι Δικαιοσύνη. Όχι διαδικασία. Όχι. Καθαριότητα ήταν. Ότι έφθανε εκεί σε αυτό το γραφείο, με τα αναρριχώμενα μπροστά στη τζαμαρία, φρόντιζαν να καθαρίζεται καλά. Να μη μένουν λεκέδες στον κόσμο.

Τώρα είχε έρθει η ώρα γι’ αυτήν. Για τη δική της εκκρεμότητα. Διότι, κάτω από το αυστηρό χτένισμα, το λίγο αλλά άψογο μέικ απ και το λευκό πουκάμισο, υπήρχαν πληγές που έκαιγαν ακόμη, 30 χρόνια μετά.

«Τέρας ! Τι κάνεις εκεί!»είχε φωνάξει η μάνα. Είχε ορμήσει στο δωμάτιο όταν, γυρνώντας από τη δουλειά νωρίτερα εκείνη τη μέρα άκουσε τις κραυγές της κόρης της. Άρπαξε το παιδί στην αγκαλιά της και φωνάζοντας «βοήθεια» έτρεξε μακριά του. Τις κυνήγησε στη σκάλα, την πρόλαβε αρπάζοντας τα μαλλιά της και την έσπρωξε. «Παιδί μου!» , ψιθύρισε πριν σταματήσει να αναπνέει. Οι γείτονες είχαν ήδη ειδοποιήσει την αστυνομία, όταν άκουσαν τις φωνές της μάνας. Δεν τον άφησαν να κατέβει ούτε ένα σκαλοπάτι. Θυμάται σαν σπασμένο καθρέφτη τα μάτια της μάνας. Και τις σειρήνες. Ήταν 5 χρονών.

Τώρα το τέρας ήταν ελεύθερο. Η φυλακή ήταν πολύ μαλακή για την άθλια ψυχή του. Δε στάθηκε ικανή να τον τσακίσει, όπως είχε τσακίσει εκείνος δύο ζωές. Μάθαινε ότι στα 73 του ήταν ακόμη καλά στην υγεία του.

Η ώρα έχει πάει 2. Αρχίζει να τακτοποιεί το γραφείο της. Οι συνάδελφοι συνεχίζουν τη δουλειά τους όπως συνήθως. Η Μαίρη της φέρνει ένα τσάι – θα σου κάνει καλό – κι ο Χρήστος της ζητάει ένα στυλό. Η Καίτη ποτίζει τα αναρριχόμενα μπροστά στη βρεγμένη τζαμαρία. 2.40. Ο Κώστας της αφήνει το κλειδί δίπλα στο φλυτζάνι του τσαγιού. Σηκώνεται. Φοράει τη ζακέτα και τυλίγεται με το κεραμιδί κασκόλ. 2.50. Ό,τι χρειάζεται βρίσκεται στην τσάντα της και στην ψυχή της. Της σφίγγουν το χέρι. Η Καίτη τη φιλάει στο μάγουλο. Σε 6 μήνες θα βγει στη σύνταξη αλλά ποτέ δε θα μπορέσει να ξεχάσει τις φωτογραφίες στους φακέλους του γραφείου. Ούτε ετούτο το κορίτσι που πέρασε πριν 8 χρόνια την πόρτα αυτή με παγωμένα μάτια. Η Καίτη τα είχε «διαβάσει» αυτά τα μάτια. Ήξερε πια καλά την παγωνιά μετά από τόσο καιρό. Κατεβαίνει στο πάρκινγκ.

«Σαν παναγιά σ’έναν τεκέ, ψάχνεις του κόσμου το λεκέ…» τραγουδάει ο Μητροπάνος στο παμπάλαιο κασετόφωνο του Lada. «…για να τον καθαρίσεις». Μέσα από τις σταγόνες της βροχής και τους υαλοκαθαριστήρες βλέπει την πύλη να ανοίγει. Κουβαλάει ένα σάκο και καθώς τον περνάει πάνω από το κεφάλι του για να προφυλαχτεί από τη βροχή, κυρτώνει λίγο τους ώμους. Κοιτάζει γύρω του. Κανέναν δεν περιμένει. Κανείς δεν τον περιμένει. Κανείς δε θέλει λεκέδες στη ζωή του. Αναβοσβήνει τα φώτα της. Στέκεται. Της είχε γράψει τόσες φορές ζητώντας συγγνώμη. Δεν του απάντησε ποτέ. Και τώρα είναι εδώ. Πλησιάζει και την κοιτάζει πίσω από το τζάμι, χωρίς να πιστεύει ότι είναι εκεί στ’αλήθεια. Του ανοίγει την πόρτα του συνοδηγού και του δίνει το πλαστικό ποτήρι με το τσάι. «Σε ευχαριστώ …».

Οδηγεί χωρίς να μιλάει. Ούτε εκείνος μιλάει. Οι δρόμοι είναι μποτιλιαρισμένοι, οι υαλοκαθαριστήρες ανεβοκατεβαίνουν νευρικά, κι η βροχή πέφτει μανιασμένα. Παίρνει την έξοδο αριστερά και στρίβει στο χωματόδρομο που έχει γίνει λάσπη. Λίγα μέτρα ακόμη. Οδηγεί αργά, δε βιάζεται, – πιες το τσάι σου -, και σταματάει μπροστά από τη σιδερένια καγκελόπορτα. Παλιές σιδεριές, θερμοσίφωνες ξηλωμένοι, στρώματα ξεσκισμένα και λάστιχα φορτηγών σαπίζουν εδώ σ’αυτή την ερημιά. «Βγες» του λέει ήσυχα. Δεν υπακούει. Φοβάται, για πρώτη, ίσως, φορά το τέρας φοβάται. Μα είναι η σειρά του να νοιώσει το φόβο, είναι δίκαιο. «Σε λίγο θα αρχίσει το μούδιασμα. Θα κρατήσει αρκετές ώρες. Δε θα μπορείς να φωνάξεις, ούτε να περπατήσεις. Θα μπορείς όμως, να σκέφτεσαι. Δυστυχώς, δεν θα πονάς …. όπως εγώ…»
«Μη…» της φωνάζει κι η φωνή του σπάει.

Στέκεται εκεί μέσα στη βροχή, οι σταγόνες ξεπλένουν τα δάκρυα της ψυχής της, και τον κοιτάζει. Στα μάτια κατ’ευθείαν. Τα θυμάται αυτά τα μάτια. Αλλά τώρα δεν τη φοβίζουν πια. Όταν πια έχει τελειώσει, μπαίνει στο παλιό Lada και οδηγεί ήσυχα πίσω στην Εθνική. Έχει σκοτεινιάσει από ώρα. Το αφήνει στην άκρη του δρόμου και μπαίνει στο αυτοκίνητο που την περιμένει. Ο Κώστας της δίνει ένα αναμμένο τσιγάρο. Καπνίζουν χωρίς να μιλάνε για λίγο. Εκείνος βγαίνει, και με το μπουκάλι στα χέρια, πηγαίνει προς το Lada. Βγαίνει κι αυτή και τον ακολουθεί. Πετάει τη γόπα της και απομακρύνονται μαζί χωρίς βιασύνη. Η βροχή έχει σταματήσει. Ξέπλυνε ό,τι μπορούσε. Από τον καθρέφτη βλέπουν τις φλόγες.

«Βαθμιαία αύξηση της θερμοκρασίας και ηλιοφάνεια στις περισσότερες περιοχές με υποχώρηση των ανέμων προβλέπει η ΕΜΥ για τις επόμενες ημέρες. Αγαπητοί μας ακροατές, καλό σας βράδυ!»