Πάτρα.
1989
Καρναβάλι και οι δρόμοι είναι γεμάτοι χαρά, παιδιά και μεγάλους,
Αλκοόλ, σερπαντίνες και μεταμφιεσμένα όνειρα.
Στο διαμέρισμα της οδού Λακωνίας, όμως, γίνεται κάτι ανάλογο με ένα παιδί και έναν ενήλικο… χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η χαρά.
Ο πα-τέρας είναι πιωμένος, ντυμένος Μίκυ Μάους, η μικρή 10χρονη Βάλια είναι ντυμένη Βασίλισσα της Νύχτας.
Τη χορεύει έναν ανίερο χορό και “σερπαντίνες” υπόλευκες σημαδεύουν το αθώο κορμάκι της.
Το κουδούνι χτυπά λυτρωτικά, ο κολλητός της ο Μάριος είναι στην είσοδο της πολυκατοικίας και την περιμένει να πάνε να δούνε την παρέλαση.
Επιμένει.
Ο πατέρας ξυπνά από τον αμαρτωλό του λήθαργο και ξεσφίγγει τις γροθιές του που κρατούν το φουστάνι της.
Ο Μάριος τρέχει στο μοδιστράδικο της γωνίας.
“Κα Γιώτα! Κα Γιώτα! Η Βάλια δεν μου ανοίγει την πόρτα! Πού είναι; Είπαμε πως θα πάμε να χορέψουμε σήμερα!”
Η μαμά της Βάλιας έλαβε τα πρώτα άσχημα μαντάτα από έναν ιππότη με πλαστική πανοπλία.
Ο Μάριος έμεινε να στέκει ακίνητος, εκεί, στην είσοδο του μαγαζιού, καθώς η κα Γιώτα μάζευε τσάντα και ζακέτα και πεταγόταν σαν σαϊτα στο δρόμο.

Κάτι υποψιαζόταν η κα Γιώτα.
Κάτι άσχημο φοβόταν.
Ο Μάριος έμεινε να στέκει εκεί στη γωνία, παγωμένος, με το σπαθί του να κρέμεται αμήχανα από το μικρό του χεράκι.
Δε θυμάται πόσα λεπτά ή ώρες, μα έγινε αυτό που φοβόταν από τότε που τη γνώρισε.
Είδε την καλύτερή του φίλη, να βγαίνει από το σπίτι, μαζί με τη μαμά της και να μπαίνουν σε ένα ταξί.
Μια μεγάλη βαλίτσα.
Για μια στιγμή η Βάλια τον κοίταξε.
Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα, τεράστια και υγρά.
Δεν κατάφερε ούτε το όνομά της να ψελλίσει.
“Βά…”

Κανείς, ποτέ, στην Πάτρα δεν είδε ξανά την κα Γιώτα και τη μικρή Βάλια.
Ο Μάριος δεν έπιασε ξανά φιλίες με κοριτσάκια.
Καμιά δεν μπορούσε να αντικαταστήσει εκείνη τη φίλη που ήταν τα πάντα για εκείνον.
Μπορεί και να την αγαπούσε.
Ναι.
Αυτό ήταν.
Την αγαπούσε με όλη την παιδική του καρδιά.
Έπαιζαν μαζί σαν αγόρια, μα ήταν τόσο όμορφη, σα τη μάνα που δε γνώρισε ποτέ του.
Τον βοηθούσε στη Γεωγραφία και του ζωγράφιζε τους χάρτες.
Τώρα, δεν ήταν εκεί για να του δώσει ένα στίγμα της.
Την κρατούσε αγκαλιά όλο το βράδυ, όταν οι γονείς τους τους άφηναν να κοιμηθούν μαζί τα Σάββατα.
Όταν τελείωνε το παιχνίδι, εκείνη του ψιθύριζε “φοβάμαι, βλέπω άσχημα όνειρα, Μάριε.”
Τώρα;
Τώρα θα βλέπεις ακόμη άσχημα όνειρα, Βάλια;
Ποιος σε αγκαλιάζει να μην φοβάσαι;”
Αυτό έλεγε σαν προσευχή κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί ο Μάριος.
Δεκαπέντε χρόνια, αυτή την ερώτηση φώναζε στο κενό, ελπίζοντας πως θα την πάρει ο άνεμος και θα του γυρίσει κάποτε την απάντηση.
Δεκαπέντε χρόνια που δεν μπόρεσε να τη βγάλει από μέσα του.
Είχε μαθευτεί πια στην Πάτρα ο λόγος για τον οποίο η κα Γιωτα, η μοδίστρα, πήρε το παιδί και έφυγε για το πουθενά.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να καταγγείλει τον άντρα της.
Πολύ σύντομα, επιτέθηκε σε κάποιο άλλο κοριτσάκι, το οποίο γλύτωσε τελευταία στιγμή και τον έχωσε βαθιά στη φυλακή.
Έτσι έμαθε κι εκείνος όλα τα “επειδή”.

Αθήνα
2014
Ο Μάριος ζει μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι.
Είναι γνωστός makeup artist στο θέατρο.
Λατρεύει να ζωγραφίζει μάτια και γράφει κρυφά στίχους.
Έχει πολλές παρέες αλλά πάντοτε φαίνεται μόνος.
Δευτέρα βραδάκι ρεπό και τον βρίσκει καθισμένο στον καναπέ να τρώει πίτσα.
Στην οθόνη του κινητού του, φλασάρουν θυμωμένα μηνύματα από κάποιο κορίτσι.
Δεν δένεται.
Είναι χαμένος στον κόσμο του και δεν αφήνει καμία να μπει σε αυτόν τον όμορφο κόσμο.
Δεν επιτρέπει σε καμία να μπει εκεί γιατί ο κόσμος του έχει ήδη Βασίλισσα.
Και εκεί, είναι πάντα νύχτα.
Εκεί, φωσφορίζουν τα αστέρια στο γαλάζιο της φουστάνι.
Και τα μάτια της του ζητούν να πηγαίνει κάθε βράδυ και να την παίρνει αγκαλιά.
Όχι, δεν μπόρεσε τόσα χρόνια να αγκαλιάσει καμία γυναίκα.
Καμιά δεν είχε τόσο όμορφα μάτια.

Άνοιξε την τηλεόραση.
“Φφφφ…μαλακίες, πάλι.” μουρμούρισε καθώς έκανε ένα ψυχαναγκαστικό zapping.
Στάθηκε σε ένα κανάλι και πήρε ένα κομμάτι πίτσα να φάει.

Το νέο αστέρι του πενταγράμμου, η Λίβια ήταν στην οθόνη.
Όπως πάντα, με γυαλιά ηλίου και με μια φωνή που το πάγωνε το αίμα.
Δεν άκουγε ελληνική μουσική πέρα από Χατζηδάκι, μα εκείνη, είχε μια φωνή που τον καθήλωνε ακόμη κι αν τραγουδούσε σκουπίδια.
Το ρεφρέν, του καρφώθηκε στο μυαλό και σηκώθηκε να φέρει αναψυκτικό.

Όταν γύρισε, η Λίβια έδινε συνέντευξη για τον νέο της δίσκο.
Μιλούσε για τη ζωή της, για πολιτική και καυτά κοινωνικά θέματα, αγαπημένα στις μετρήσεις ακροαματικότητας, που τόσο αγαπούν οι δημοσιογράφοι.
Ο Μάριος σήκωσε το μπουκάλι να πιει και η Λίβια κατέβασε τα γυαλιά της για πρώτη φορά.
“Είμαι λεσβία! So fucking what?” την άκουσε να απαντά με ένα σκοτεινό μειδίαμα στον δημοσιογράφο.
“Μισώ τους άντρες!”
Τα μάτια της ήταν μαύρα… υγρά και τεράστια.

Ο Μάριος ακούμπησε απαλά το αναψυκτικό του στο τραπεζάκι.
Έκλεισε μουδιασμένος το κουτί της πίτσας και σηκώθηκε κοιτάζοντας το κενό.
Πέρσι, τις Απόκριες, είχε ντυθεί γυναίκα.
Το πήρε ξανά απόφαση. Ετοιμάστηκε και μετά από δυο ώρες, βγήκε από το διαμέρισμά του σαν ένα πανέμορφο θηλυκό.
Ήταν μικρόσωμος και ισχνός.
Μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ό,τι ήθελε.
Απόψε θα πήγαινε να ξαναβρεί την αγάπη της ζωής του.
Την κολλητή του.
Την γυναίκα, για την οποία ήταν ικανός, να κόψει και τα γεννητικά του όργανα.
Έτσι, απλά.

*DraG είναι ένας όρος που χρησιμοποιούταν από το 1870 σε θεατρικά σενάρια. Έχει βρεθεί και σε σενάρια του Shakespear.
Ακρωνύμιο της φράσης DRessed As Girl ( Μτφρ.Ντυμένος ως κορίτσι), καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν γυναίκες ηθοποιοί και τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν άντρες.

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα