Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κοριτσάκι σήκωσε το χαλί κι έκρυψε από κάτω όλους τους δράκους που φοβόταν.
Και ήταν πολλοί δράκοι. Με αιμάτινα μάτια και γαμψά νύχια, δόντια με υπολείμματα σαρκών επάνω, και ουρά μαστίγιο.

Το κοριτσάκι κάθισε δίπλα στο χαλί, με τους κρυμμένους δράκους κι έπαιξε με τα παιχνίδια του.
Που και που έριχνε πλάγιες ματιές στο καλυμμένο πάτωμα δίπλα του, μην τυχόν και ξεφύγει κάνα δρακάκι, να το χώσει πάλι μέσα.

Και πέρασε καιρός. Και το σκεπασμένο χαλί, έγινε βουνό που στα σπλάχνα του βρύχονταν τα άγρια θηρία.

Και το κοριτσάκι μεγάλωσε, τα λεπτά κλωστένια πόδια της έγιναν σκάλες από μάρμαρο. Και άνοιξε δρασκελισμό, πάτησε σκαλάκι σκαλάκι το ψηλό βουνό, και πέρασε από πάνω.

Και βγήκε από το δωμάτιο με τα παλιά κακά παραμύθια.

Καμιά φορά, το κοριτσάκι που δεν είναι πλέον κοριτσάκι (άραγε ήταν και ποτέ;) γυρνάει πίσω και αφήνει κανέναν ξεδοντιασμένο δράκο, γέρικο, ακίνδυνο πια, χωρίς νύχια, να πάρει λίγο αέρα – έξω από το χαλί. Του χαϊδεύει την αγκυλωτή του ράχη και ανάβει τσιγάρο στη φλογίτσα της ανάσας του.

Έτσι από καπρίτσιο. Έτσι για να γουστάρει.

– Καλώς ήρθατε στα Bluez.