Ζω στην εποχή του ιντερνέτ. Για να είμαι ειλικρινής, αν σκεφτείς πως είμαι γεννημένη τη δεκαετία του ’70, αυτό σημαίνει πως δεν γεννήθηκα με ιντερνέτ αλλά προσαρμόστηκα σ’ αυτό αν και ομολογώ πως μου λείπουν πολύ εκείνες οι εποχές που δεν χρειαζόταν να μπω στον γκούγκλη για να μάθω την ετυμηγορία της λέξης «πομφόλυγες» αλλά έψαχνα με αγωνία τους τεράστιους τόμους των εγκυκλοπαιδειών. Παρεμπιπτόντως, σημαίνει «αερολογίες, ανοησίες», κάτι σαν την εισαγωγή μου ένα πράγμα.
Τέλος πάντων, το θέμα μου είναι πως ζώντας στην εποχή του ιντερνέτ, αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων να κάνω e-banking για να κάνω πιο εύκολη τη ζωή μου, πράγμα βολικό αν το σκεφτείς αφού πληρώνεις τους λογαριασμούς σου με τις πυτζάμες σου βλέποντας ταυτόχρονα τηλεόραση, αλλά εξαιρετικά αγχωτικό (τουλάχιστον στην αρχή) γιατί ναι μεν ενημερωνόσουν ότι η συναλλαγή εκτελέστηκε αλλά μετά πλάκωνες στα τηλέφωνα ΟΤΕ, ΔΕΗ και COSMOTE για να βεβαιωθείς πως όντως πληρώθηκαν οι λογαριασμοί σου και δεν έκανες κάποιον άλλον ανθρωπάκο ευτυχισμένο αφού κατά λάθος πλήρωσες το δικό του λογαριασμό. Όπως και να ‘χει, τέλος οι ατελείωτες αναμονές στα ταμεία για πληρωμές, θενκ γκαντ.
Πριν κάτι μήνες αποφάσισε η οικογένεια να αλλάξει πάροχο ρεύματος στο πατρικό μας. Δεν θα εισέλθω σε λεπτομέρειες αλλά ακόμα κρατάει το καζίκι που κάνουμε με το αδέρφι στους γονείς μας για το πόσο χαριτωμένη ήταν η τύπισσα που πουλούσε τηλεφωνικά ρεύμα και τι ερωτικές χάρες τους έταξε για να φύγουν από τη ΔΕΗ και να πάνε σε μία εταιρεία που μάθαμε πρόσφατα μετά την εγγραφή τους ότι πάει από το κακό στο χειρότερο και, συν τοις άλλοις, μόνο φθηνό ρεύμα δεν έχουν δει ακόμα.
Το πρόβλημα παρουσιάστηκε όταν διαπίστωσα πως η ΔΕΗ του πατρικού ήταν στο όνομα μου και έπρεπε να πάω η ίδια να πάρω την εγγύηση που δώσαμε προ αμομνημονεύτων για να κλείσουν οι συναλλαγές μας. Αφού πήρα τηλέφωνο στη ΔΕΗ και παρακάλεσα γονυπετής την ευγενική κοπελίτσα στο τηλεφωνικό κέντρο να μου βάλουν τα λεφτά σε λογαριασμό γιατί ΔΕΝ υπήρχε περίπτωση να πάω η ίδια να τα πάρω και αφού έφαγα πόρτα, ξεκίνησα ένα πρωί Δευτέρας να πάω στα κεντρικά της ΔΕΗ.
Πρωί Δευτέρας. Κεντρικά ΔΕΗ. Το πιάσατε το υπονοούμενο.
Και που λέτε, γύρω στις 11 φτάνω σεινάμενη κουνάμενη στην Αριστείδου, σκεπτόμενη (δεν ξέρω ακόμα γιατί) πως θα ξεμπερδέψω σε κανά μισάωρο, μέχρι και καφέ με φίλη είχα κανονίσει στις 12 στο κέντρο, για τέτοια αισιοδοξία μιλάμε. Και φτάνω σε μία στοά που είναι μαζεμένοι καμιά πεντακοσαριά άνθρωποι απέξω και λέω μάλλον λάθος διεύθυνση μου έδωσαν, αποκλείεται εδώ να είναι η ΔΕΗ μέχρι που σήκωσα κεφάλι και είδα την πινακίδα με τον κεραυνό πάνω από το κεφάλι μου και ένιωσα ένα ρεύμα (όχι της ΔΕΗ, μάλλον πρόθυρα εγκεφαλικού ήταν) να χτυπάει το κεφάλι μου.
Μπαίνω στη στοά και βλέπω μία στριφογυριστή ουρά περίπου 500 μέτρων χωρίς υπερβολή να στέκεται ακίνητη. Ψάχνω απεγνωσμένα άνθρωπο να ρωτήσω που πρέπει να σταθώ για να πάρω την επιστροφή, καμία πληροφορία. Στέκομαι λοιπόν στη σειρά κοιτώντας με απόγνωση γύρω μου με την ελπίδα ότι κάποιος θα διαπιστώσει ότι είμαι σε φάση χάθηκα στο δάσος, σας παρακαλώ βοηθήστε με και θα βοηθήσει. Αμ δε. Μέχρι και ο μαυριδερός τυπάκος που περίμενε πίσω από μένα κατάφερε να μου πάρει τη θέση στη σειρά μέχρι να φτάσουμε στα ταμεία μετά από 54 λεπτά, όπου και διαβάζω έντρομη ένα χαρτάκι μεγέθους ποστ ιτ στην είσοδο που έγραφε πως αν θέλουμε να εισπράξουμε επιστροφή ποσού – ωπα για μένα λέει – πρέπει να περάσουμε πρώτα από τις πληροφορίες για επικαιροποίηση των στοιχείων που βρίσκεται σε άλλο κτίριο.
Ναι φίλε μου. Σε άλλο κτίριο.
Έχοντας πάθει το δεύτερο εγκεφαλικό πάω στο άλλο κτίριο, βλέπω τμήμα πληροφοριών, βλέπω πλήθος να περιμένει μέσα, ρωτάω διστακτικά πως θα εξυπηρετηθώ σε κάποιον ταλαίπωρο απέξω και μαθαίνω πως παίρνω νούμερο. Για το Τμήμα Πληροφοριών. Για πληροφορίες. Και εξυπηρετείται το νούμερο 234 και παίρνω το νούμερο 646. Και εκεί καταλαβαίνω πως δεν αξίζει τον κόπο να περιμένω μέχρι που θυμάμαι πως δεν έχω μία στο πορτοφόλι μου και κάνω την καρδιά μου πέτρα.
Δεν έχω παράπονο όμως. Γνώρισα έναν κυριούλη που τριγύριζε μέσα στο κτίριο χαϊδεύοντας την πρησμένη κοιλιά του και λέγοντας της τρυφερά «Έλα αγάπη μου, λίγο ακόμα και θα φύγουμε, κουράστηκες αλλά εγώ η μανούλα σε φροντίζω» και δεν ήξερα αν πρέπει να συγκινηθώ που μιλάει στο έμβρυο μέσα στην κοιλιά του (ή στο έντερο του, χου κερς) ή να αρχίσω να ουρλιάζω.
Γνώρισα την απαστράπτουσα σταρ όλων των δημόσιων υπηρεσιών, την κλασσική εξηντάρα που στέκεται μπροστά στα ταμεία και αρχίζει να βρίζει τους υπαλλήλους για την καθυστέρηση ενώ ψάχνει με το βλέμμα γύρω της να βρει αβανταδόρους για να κάνει μπούγιο. Η δικιά μας όμως ήταν και λίγο παλαβή αφού στεκόταν ακριβώς μπροστά στα ταμεία και γελούσε συνέχεια όταν δεν έχωνε γκάζια στους υπαλλήλους μέχρι που κάποια στιγμή ψιλοϋποκλίθηκε κιόλας και ετοιμάστηκα να τη χειροκροτήσω. Τόσο καλή ήταν.
Ανταλλάξαμε τηλέφωνο με τους τύπους που στέκονταν μπροστά στην είσοδο της ΔΕΗ που μοίραζαν κάρτες και φώναζαν «Ηλεκτρολόγος; Επανασύνδεση ΔΕΗ; Πιστοποιητικά;» Ε, τόσες φορές που μπήκα και βγήκα από την είσοδο για να καπνίσω και αφού μάζεψα από ευγένεια γύρω στις 48 κάρτες για να μην τους κακοκαρδίσω που δεν με θυμόντουσαν κάθε φορά που περνούσα, στο τέλος τους έδωσα κι εγώ την κάρτα μου από ευγένεια.
Έκανα και μία γνωριμία με τρελό γκομενάκι ετών 90 που βρισκόταν από πίσω μου και αφού μου ανέλυσε για ποιο λόγο η χώρα πάει κατά διαόλου και για το τι έζησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μου είπε και για την 65χρονη γυναίκα του που δεν καταλαβαίνει τις ανάγκες του και δεν του κάθεται και τα παιδιά του που είναι εντελώς ρεμάλια, τα κληρονομικά του και μετά αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε και λίγο για αλληλεγγύη. Με νιώθουν δική τους, δεν τους χαλάω το χατίρι.
Μη σας τα πολυλογώ, όταν έφτασε το νούμερο μου και εξυπηρετήθηκα, κόντεψα να πηδήξω πάνω από το γκισέ για να αγκαλιάσω την ταλαιπωρημένη υπάλληλο και φεύγοντας να συνειδητοποιήσω ότι:
Πέρασα 4 ατελείωτες ώρες στη ΔΕΗ.
Δεν σκότωσα κανέναν.
Δεν αυτοκτόνησα.
Δεν θα μάθω ποτέ αν ο κυριούλης στο κτίριο τελικά γέννησε ή άδειασε.