Γεννήθηκα το 1979. Μικροαστική οικογένεια, ο πατέρας είχε μαγαζί, η μάνα δούλευε υπάλληλος γραφείου στα διυλιστήρια. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να γυρνάει από τη δουλειά και να παίζει μαζί μας σα μικρό παιδί ενώ η μάνα μου φώναζε που δεν είχαμε τελειώσει ακόμα τα μαθήματα. Μια ζωή με ένα ξεσκονιστήρι στο χέρι, περπατούσαμε μέσα στο σπίτι με πατάκια για να μην της λερώσουμε το πάτωμα. Καθυστερούσαμε να βγούμε βόλτα για να περάσει ένα χέρι σφουγγάρισμα το χολ πριν βγούμε από την πόρτα!

Σχολεία, φροντιστήρια, μαθήματα. Να μας πάει, να μας φέρει, να μας κυνηγάει με ζακέτα, αχ αυτή η ζακέτα, εφιάλτης! Α ναι και κάλτσες! Πω Χριστέ μου, αυτές οι κάλτσες! Μέχρι Ιούνιο και από Σεπτέμβριο έπρεπε να φοράμε κάλτσες! Και γάλα. Πρωί βράδυ γάλα! Γυμνάσιο είχαμε φτάσει, αν δεν πίναμε το γάλα μας, γκρίνιαζε – το πίναμε για να γλιτώσουμε, ε μετά απλά το χύναμε κρυφά στο νιπτήρα.

Εγώ πέρασα σε σχολή στην Αθήνα, η αδερφή μου όμως πέρασε Νομική στην Κομοτηνή. Νόμιζε πως θα γλίτωνε τη ζακέτα, τα καλτσάκια και το γάλα, αλλά την πάτησε γιατί στην πραγματικότητα γλιτώσαμε εμείς, πιο συχνά ήταν Κομοτηνή η μάνα μου, παρά Αθήνα σπίτι μας. Είχε οργανώσει και τις άλλες μανάδες και είχαν κάνει κάτι σα σύλλογο και προμήθευαν μαζικά όλο τον φοιτητόκοσμο με κοτόσουπες, παστίτσιο και κέικ. Ακόμα έχουν επαφές μεταξύ τους!

Αυτή είναι η μάνα μου.

Η μάνα μου που 17 Νοέμβρη του 1973 ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο. Η μάνα μου που υπέφερε από συντριπτικά κατάγματα στα πόδια από τα σίδερα της πύλης που έριξε το τανκ. Η μάνα μου που για 4 μέρες την είχαν οι γονείς της για νεκρή, η μάνα μου που ακόμα κουτσαίνει, η μάνα μου που 44 χρόνια μετά ακόμα δε μπορεί να ακούσει ηχητικά ντοκουμέντα από εκείνη τη μέρα, που ακόμα δεν μπορεί να δει βίντεο και φωτογραφίες, ακόμα ζορίζεται να περάσει από την Πατησίων. Η μάνα μου που δεν τελείωσε ποτέ τις σπουδές της, η μάνα μου που επέζησε των γεγονότων, η μάνα μου που μας κυνηγούσε να φορέσουμε ζακέτα. Η μάνα μου που στάθηκε μαζί με όλη τη γενιά της, μπροστά στο τανκ, που με όλη την αθωότητα της ηλικίας της πίστεψε πως θα αλλάξει τον κόσμο.

Η μάνα μου που τον άλλαξε.

Που δεν έγινε κομματόσκυλο, που δεν βγήκε ποτέ στα κανάλια, που δυστυχώς πίστεψε πως οι συμφοιτητές της που έγιναν εξουσία κάποια στιγμή θα ήταν τίμιοι, θα κρατούσαν τα ιδανικά της εποχής τους, το πνεύμα της νιότης τους. Που δε θα ξεπουλούσαν τους αγώνες τους, το αίμα τους. Η μάνα μου που λιγότερο την πόνεσαν τα σπασμένα κόκαλα της και περισσότερο η προδοσία. Όλων τους. Που πάνε σήμερα και καταθέτουν στεφάνια. Δεν θέλει να ακούει τίποτα, κάνει σα να μην υπάρχει αυτή η μέρα. Παίρνει τηλέφωνο να μάθει αν τα εγγόνια της ήπιαν το γάλα τους και αν φόρεσαν ζακέτα.

Τα εγγόνια που καμιά φορά τη ρωτάνε:
– Γιαγιά, τι έπαθαν τα πόδια σου; Τι σημάδια είναι αυτά;
– Έπεσα και χτύπησα όταν ήμουν μικρή. Είδες για να μη προσέχω τι έπαθα; Γι’ αυτό να μην πηγαίνετε στα βράχια, θα χτυπήσετε. Και θα πονάει. Πολύ. Για πάντα.

Μαμά, θα με μαλώσεις που έγραψα αυτό το κείμενο μα θέλω να σου πω κάτι και δε βγαίνει εύκολα στον προφορικό λόγο, στον γραπτό είναι πιο εύκολο.

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ! Και για το γάλα που με πίεζες να πιω και για τη ζακέτα που με ανάγκαζες να φορέσω. Μα πιο πολύ, σ’ αγαπώ για τα σημάδια στα πόδια σου και που ποτέ δεν τα χρησιμοποίησες για να κάνεις τη ζωή σου πιο εύκολη, μα πλέον τα κρύβεις για να μη σε ταυτίζουν με τους προδότες της γενιάς σου. Σ’ αγαπώ μαμά, γιατί τα σημάδια σου αυτά με έκαναν ελεύθερο άνθρωπο με αδούλωτη σκέψη. Σ’ αγαπώ μαμά γιατί το ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ δεν είναι μία μέρα κάθε χρόνο, κάθε 17 Νοέμβρη. Είναι το δικαίωμα μου να τους λέω ΠΡΟΔΟΤΕΣ και να μην μπαίνω φυλακή. Είναι το δικαίωμα μου κάθε 4 χρόνια να ψηφίζω άλλους. Κάθε φορά απογοητεύομαι, αλλά ξέρεις κάτι μαμά; ΕΣΥ μου έδωσες τη δυνατότητα να ελπίζω πως ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ κάποιοι δεν θα μας προδώσουν. Γι’ αυτό θα πηγαίνω κάθε φορά να ψηφίζω.

Ευχαριστώ Μαμά.

 

Αλεξάνδρα Π.