Μάρτιος 1958

Ο Νάσος κοίταξε ειρωνικά τις αδερφές του που ετοίμαζαν το φαγητό στην μικρή ακατάστατη κουζίνα. Δύο δωμάτια όλο κι όλο το φτωχικό σπιτικό τους. Οι πέτρες που κουβάλησε με τα χέρια του ο πατέρας τους πριν χρόνια για να το χτίσει, το έκανε πολύ δυνατό και γερό. Έστεκε ακόμα όρθιο, παρά τις φθορές. Κουρασμένος όπως ήταν από τα χωράφια, ξάπλωσε στο σκληρό ντιβάνι, δίπλα στο τζάκι. Αποκοιμήθηκε αμέσως και παραδόθηκε στην ζεστασιά που χρειαζόταν το κορμί του μετά από την σκληρή εργασία…

—————–

Σκληρός και βίαιος άνθρωπος ο κυρ Γιώργης, ο πατέρας τους. Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και αυτό του στοίχησε την ίδια του την ζωή. Τον σκότωσε με μια πέτρα στο κεφάλι ένας ξένος που πιάστηκαν στα χέρια για μια καρέκλα στο καφενείο του χωριού, το καλοκαίρι του 1955.

Η κυρά Μαριώ έμεινε μόνη με τρία παιδιά. Ένα άβουλο πλάσμα και φοβισμένο ήταν στην αρχή. Είχε φάει πολύ ξύλο η Μαριώ από τον άντρα της. Λίγο πριν πεθάνει ο Γιώργης, πάνω στα νεύρα του και την θολούρα του κρασιού, την έσπρωξε δυνατά και η άτυχη γυναίκα έπεσε μέσα στο αναμμένο πέτρινο τζάκι. Έκαψε την μια πλευρά του κεφαλιού της και τα δύο της χέρια. Σαν να την τιμωρούσε ο Θεός για κάτι που δεν έφταιγε, οι πόνοι της ήταν απίστευτα οδυνηροί μέχρι το τέλος της, πέθανε το 1957 ουρλιάζοντας από τον πόνο. Μέχρι τότε για να ζήσει τα 3 της παιδιά, δούλευε στα χωράφια και βοηθούσε στο μάζεμα καπνού. Μαύρα και πικρά τα χέρια της από το δηλητήριο του φυτού. Δεν έκατσε ούτε μέρα η κυρά Μαριώ και ας πονούσε φρικτά από το κάψιμο που προχωρούσε λίγο λίγο μέσα της. Ευχή και κατάρα έριξε στα παιδιά της να είναι πάντα αγαπημένα λίγο πριν πεθάνει.

Μετά τον θάνατο της ο Νάσος, αν και 16 ετών ανέλαβε την οικογένεια. Σκληρός κι αυτός σαν τον πατέρα του έλεγαν όλοι στο χωριό. Τα κορίτσια δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι. Ξύλο και ποτό ήταν η λύση σε κάθε πρόβλημα του. Ένα χρόνο μετά ο Νάσος αποφασίζει να παντρέψει την μεγάλη του αδερφή, ένα στόμα λιγότερο έλεγε. Η Έλλη, ήταν ένα χρόνο μικρότερη του. Μία όμορφη και λυγερή κοπέλα με μεγάλα καστανά μάτια και μακριά σκούρα μαλλιά. Σίγουρα έμοιαζε περισσότερο στην μάνα της. Είχε το ίδιο φοβισμένο βλέμμα και δεν έφερνε αντίρρηση σε ότι κι αν της έλεγε ο αδερφός της. Αλλιώτικη ήταν η Λένα, η μικρότερη αδερφή, η ξανθομαλλούσα, όπως έλεγε η μάνα της. Τα γαλανά μάτια της πετούσαν σπίθες, σαν του πατέρα της. Κοντούλα και μικροκαμωμένη. Δεν άφηνε κουβέντα να πέσει κάτω το Λενιώ. Ο αδερφός της αγανακτούσε μαζί της και ξεσπούσε στην Έλλη, μιας και με την Λένα, δεν θα έβγαζε άκρη. Όταν τον έφτανε στα όρια του όμως, έτρωγε κανένα χαστούκι κι αυτή. Σου χρειάζεται για να μαζευτείς λίγο, έχουν πάρει τα μυαλά σου αέρα, της έλεγε ο Νάσος.

Έγινε το συνοικέσιο λοιπόν και η Έλλη, στα 16 της, αρραβωνιάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες τον συγχωριανό της και δέκα χρόνια μεγαλύτερο, τον Τάσο. Είχε περιουσία ο Τάσος και θα ζούσε όλη την οικογένεια, έλεγε καμαρωτός ο Νάσος. Έξι μήνες μετά τον αρραβώνα και το πήγαινε έλα του γαμπρού στο σπίτι τους, η Έλλη άρχισε να τον συμπαθεί ιδιαίτερα τον Τάσο. Ήταν ευγενικός πολύ, ακόμα και με το Λενιώ και τα περίεργα καμώματα της. Δεν κατάλαβε η Έλλη, ότι η αδερφή της είχε ξεμυαλιστεί με τον αρραβωνιαστικό της και έκανε τα πάντα για να του τραβήξει την προσοχή, όσο η αδερφή της ετοίμαζε την προίκα της για τον επερχόμενο γάμο.

Δύο μήνες πριν τον γάμο τους και ενώ ήταν όλα έτοιμα ο Τάσος και η Λένα εξαφανίστηκαν από το χωριό σε μια νύχτα. Στην αρχή κανείς δεν υποπτεύτηκε τι έγινε, αλλά όσο περνούσαν οι μέρες, τα κουτσομπολιά έφτασαν στα αυτιά του Νάσου. Έξαλλος πήγε σπίτι και ζήτησε τον λόγο από την Έλλη, η οποία έκλαιγε ασταμάτητα και με αναφιλητά. Ο Νάσος ξέσπασε στο σπίτι. Έσπασε ότι βρήκε μπροστά του και όταν ηρέμησε με κόκκινα μάτια από θυμό και ντροπή για την συμφορά που τους βρήκε, έπιασε τα χέρια της αδερφή του και της υποσχέθηκε να ξεπλύνει την ντροπή αυτή. Θα βρω λύση Έλλη, μην σπαταλάς άλλα δάκρυα.

Σε λιγότερο από ένα μήνα η Έλλη αρραβωνιάστηκε τον πρώτο και μοναδικό γαμπρό που δέχτηκε να παντρευτεί την ντροπιασμένη παραλίγο νύφη. Έτυχε να είναι καλός άνθρωπος ο Νικόλας. Την προστάτεψε από την αρχή την αρραβωνιάρα του και έκλεινε τα αυτιά του στα κουτσομπολιά. Η Έλλη όμως, είχε παγώσει η καρδιά της. Σχεδόν τον μισούσε και όσο εκείνος δεν της χαλούσε χατίρια, τόσο εκείνη τον εκμεταλλευόταν και γινόταν όλο και πιο σκληρή γυναίκα. Ο γάμος τους έγινε πολύ σύντομα, για να μην υπάρξουν απρόοπτα όπως έλεγε ο Νάσος. Η Έλλη μετακόμισε στο καινούριο της σπιτικό, λίγο πιο κάτω από το πατρικό της. Με τον Νικόλα έκανε τρία παιδιά. Ποτέ δεν τον αγάπησε και ας ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, σύζυγος και πατέρας. Δεν της είπε ποτέ κουβέντα, δεν της αντιμίλησε ποτέ. Την αγαπούσε αληθινά ο Νικόλας.

Ο Νάσος αφού πάντρεψε την μια αδερφή και η άλλη κλέφτηκε, έμεινε μόνος του. Αποφάσισε να παντρευτεί κι εκείνος, να έχει μια γυναίκα να φροντίζει το σπίτι κι εκείνον. Έβαλε στο μάτι την Σοφούλα της γειτόνισσας. Όμορφη και καλή κοπέλα, νοικοκυρά και σεμνή. Με διάφορες ραδιουργίες, κατάφερε τον πατέρα της να του δώσει για νύφη το κορίτσι. Σε λιγότερο από ένα χρόνο ο Νάσος κλείδωσε το παλιό πέτρινο σπίτι που ήταν ετοιμόρροπο πλέον και μετακόμισε δίπλα, στο σπίτι της Σοφίας. Ήταν η προίκα που πήρε σαν γαμπρός και άλλο που δεν ήθελε. Με την Σοφούλα έκαναν δύο παιδιά. Υπέφερε η γυναίκα στα χέρια του. Χειρότερος και από τον πατέρα μας έγινες, του είπε μια μέρα η Έλλη και από τότε δεν ξαναμίλησαν τα αδέρφια και ας τους χώριζε ένας δρόμος.

Ένα απόγευμα, φως έλουσε το μικρό πέτρινο σπίτι. Ο Νάσος μόλις είχε έρθει από τα χωράφια που όργωνε. Κοίταξε από το παράθυρο και είδε το πατρικό του. «Αναθεματισμένα» είπε σφίγγοντας τα δόντια. Υπέθεσε ότι ήταν τα πιτσιρίκια της γειτονιάς που έπαιζαν και πήγαιναν εκεί για εξερεύνηση. Άρπαξε την μαγκούρα που είχε για τα ζώα του και έτρεξε προς το σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα απότομα, έμεινε αποσβολωμένος για πρώτη φορά στην ζωή του. Ήταν η Λένα, η αδερφή του, μετά από 7 ολόκληρα χρόνια. Στο σκονισμένο τραπέζι δίπλα της, ο Τάσος, εμφανώς αδυνατισμένος και ταλαιπωρημένος. Δίπλα στο τζάκι, ένα 7χρονο αγόρι, προσπαθούσε να ζεσταθεί. «Αδερφέ μου…» έκανε να σηκωθεί η Λένα. Σήκωσε το χέρι του ο Νάσος, να την σταματήσει και τράβηξε την καρέκλα μπροστά του να καθίσει.

Η Λένα έμεινε έγκυος και γι’ αυτό το έσκασαν νύχτα να μην το μάθει κανείς. Μεγάλη η ντροπή για τις οικογένειες. Πιο μεγάλη από το να διαλυθεί ένας αρραβώνας ή να κλεφτεί ένα παράνομο ζευγάρι. Με τα λιγοστά χρήματα που είχαν, παντρεύτηκαν κρυφά και η Λένα γέννησε τον γιο της με πολλές δυσκολίες. Δυστυχώς δεν θα μπορούσε να κάνει άλλα παιδιά. Ο Τάσος έμεινε κοντά της και την προστάτεψε παρόλο τις κακοτυχίες. Τώρα όμως, ο Τάσος είναι άρρωστος και δεν μπορεί να δουλέψει, τους έδιωξαν από το σπίτι που είχαν βρει καταφύγιο. Δεν είχαν που να πάνε και αποφάσισαν να επιστρέψουν. Η οικογένεια του Τάσου δεν τους δέχτηκε, δεν είχαν άλλη λύση από το να έρθουν στο πατρικό της Λένας. Ο Νάσος διχάστηκε και δυσκολεύτηκε πολύ να πάρει την απόφαση να τους αφήσει τελικά να μείνουν. Ήξερε ότι η Έλλη, δεν θα του το συγχωρούσε ποτέ.

Κι έτσι ακριβώς έγινε. Οι κραυγές τις Έλλης ακούστηκαν σε όλο το χωριό, όταν έμαθε την επιστροφή της αδερφής της. Κατάρες προς πάσα κατεύθυνση βγήκαν από το στόμα της εκείνη την μέρα, μέχρι που εξαντλημένη, έπεσε στο πάτωμα. Ο Νικόλας ήταν εκεί να την ηρεμήσει και να επουλώσει τις πληγές της, που τόσα χρόνια μετά δεν έκλειναν.

Πέρασαν πολλά χρόνια και ο πόνος, ο θυμός και το μίσος ακόμα υπάρχει. Τα τρία αδέρφια δεν μιλιούνται ακόμα. Τι κι αν και γέρασαν, τι κι αν και τα χωρίζει ένας δρόμος. Τα παιδιά τους δεν μίλησαν ποτέ μεταξύ τους, ήταν σαν ξένοι.
Ο κυρ Τάσος πέθανε αρκετά νέος. Δεν πρόλαβε το παιδί του να γίνει δέκα ετών. Η Λένα έμεινε μόνη και έρημη με τον μοναχογιό της. Την λυπόντουσαν οι συγχωριανοί και της έδιναν ένα πιάτο φαγητό. Με στέρηση και δυσκολία, το παιδί της πρόκοψε και σπούδασε στην Αθήνα, ήταν πολύ περήφανη για αυτόν. Πέθανε στα 57 της χρόνια από εγκεφαλικό. Ήταν μόνη της στο σπίτι και δεν πρόλαβαν να την σώσουν.

Η Έλλη, έγινε μια δύστροπή και κακιά γυναίκα. Την φοβόντουσαν όλοι. Ακόμα και τα παιδιά της. Μόνο ο Κυρ Νικόλας είχε υπομονή να την ηρεμεί και να την φροντίζει. Όταν έμαθε για τον θάνατο της αδερφής της, έδειξε να χαίρεται. Μετά από λίγους μήνες, διαγνώσθηκε με άνοια. Προς το τέλος της ζωής της, κάθε απόγευμα πήγαινε στο περιβόλι της και έβριζε την αδερφή της. Έπεφτε στα χώματα και ούρλιαζε για εκείνη, την καταριόταν. Ο κυρ Νικόλας την αγκάλιαζε και την φρόντιζε μέχρι το τέλος της στα 68 της χρόνια μετά από καρδιακό επεισόδιο.

Ο Νάσος συνέχισε να κακοποιεί την γυναίκα του μέχρι τον θάνατο της. Την βρήκαν μελανιασμένη και με ένα μαξιλάρι δίπλα της. Είχε χτυπήματα στο πρόσωπο και στα χέρια της. Ο Νάσος, ο άλλοτε σκληρός και νευρικός άντρας, τώρα έκλαιγε σαν μικρό παιδί δίπλα της. Είπαν ότι πέθανε από ασφυξία στον ύπνο της, κανείς δεν έμαθε παραπάνω λεπτομέρειες. Ο Νάσος, γερασμένος πλέον, κάνει βόλτες με την μαγκούρα του και κλαίει για την χαμένη του αγάπη. Δεν μπορεί να ζήσει μόνος του στο σπίτι λέει σε όλους. Πάει κάθε μέρα στο νεκροταφείο και ζητά να πεθάνει πάνω από τον τάφο της γυναίκας του. Δείχνει να υποφέρει από τύψεις. Μπήκε στο νοσοκομείο με προβλήματα στο στομάχι, ήταν 85 ετών, δεν βγήκε ποτέ. Είχε ένα φρικτό θάνατο. Λίγο πριν το τέλος, ζήτησε να δει την Έλλη και το Λενιώ, αλλά ήταν αργά. Άκουσε δυνατά την φωνή της μάνας του να του επαναλαμβάνει τα τελευταία της λόγια.
– Να είστε αγαπημένα μεταξύ σας!

———————

– Έλλη! Λενιώ! Φωνάζει ο Νάσος και τινάζεται απότομα από τον βαθύ ύπνο, εκεί στο ντιβάνι που αποκοιμηθεί όσο τα κορίτσια έφτιαχναν το φαγητό. Η καρδιά του πήγε να σπάσει. Οι αδερφές του πήγαν κοντά του.
– Νάσο τι συμβαίνει; Του είπε η Έλλη χαμηλόφωνα.
– Όλα καλά Έλλη μου, τώρα είναι όλα καλά. Από δω και μπρος όλα θα πάνε καλά. Τώρα που πέθανε η μάνα, θα τα κάνω όλα σωστά, θα δείτε! Δεν θα γίνω σαν εκείνον, όλα θα γίνουνε σωστά! Έκλεισε στην αγκαλιά του τις αδερφές του…
[Κατάλαβα μάνα, κατάλαβα! Μη φοβάσαι. Θα μείνουμε ενωμένοι. Αναπαύσου μάνα. Όλα θα τα κάνω σωστά]

 

Ta Bizoudakia tis Attartis