Η Βάσια γύρισε ξεθεωμένη από τη δουλειά. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος στις εννιά το βράδυ και μπήκε. Κλείδωσε πίσω της και άφησε την τσάντα πάνω στον καναπέ. Τσέκαρε τις μπαλκονόπορτες –κλειστές. Πήγε στην κουζίνα και πήρε το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί. Γέμισε ένα ποτήρι, μαζί με παγάκι, και ήπιε. Άρχισε να χαλαρώνει, όπως κάθε φορά. Ήπιε και δεύτερο, κι ένα τρίτο. Έπειτα, πήγε στο υπνοδωμάτιο και ξεντύθηκε, αφού έλεγξε καλά τη ντουλάπα και κάτω από το κρεβάτι. Χρειαζόταν ένα καυτό ντους άμεσα.
Άναψε το φως του μπάνιου. Κοίταξε καλά γύρω της. Όλα εντάξει. Υπενθύμιζε στον εαυτό της συνέχεια πως δεν έπρεπε να αφήνει τους εφιάλτες των παιδικών της χρόνων να την ακολουθούν παντού, ακόμα και στην Αθήνα. Ό,τι είχε συμβεί τότε έλαβε χώρα σε μέρος όπου μπορούσε να συμβεί. Εδώ ήταν αλλιώς.
Αλλά δεν πειθόταν. Μόνο μετά τον τακτικό της έλεγχο ένιωθε ήρεμη, ότι βρισκόταν στο ασφαλές διαμέρισμά της. Τα βράδια κοιμόταν με το λαμπατέρ δίπλα από το κρεβάτι της αναμμένο. Τις λίγες φορές που είχε επιστρέψει με άντρα, πάλι ακολουθούσε τη γνωστή διαδικασία –ακόμα και με τον τύπο μαζί της στο κρεβάτι δεν έσβηνε το φως. Ήταν σημαντικό για εκείνη, να σιγουρευτεί ότι όλα είναι καλά. Ότι δεν υπήρξε καμιά παραβίαση. Ότι δεν απειλούνταν. Όπως τότε.
Τότε. Δεν ήθελε να θυμάται εκείνο το τότε. Όμως η φαντασία της επέμενε να την παραλύει, σαν προσωπικός βασανιστής της Ιεράς Εξέτασης του μυαλού της. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά γιγάντωνε τη φοβία. Την έκανε όλο και πιο ισχυρή.
Και η Βάσια έπρεπε να ελέγχει. Το δικό της διαμέρισμα και των φίλων της. Έβρισκε μια δικαιολογία -η ανάγκη για να πάει στην τουαλέτα ήταν η αγαπημένη της- και ξεψάχνιζε το χώρο. Μια φορά την είδε η φίλη της η Χριστίνα, αλλά η Βάσια τα μπάλωσε αμέσως.
Ήξερε ότι έκανε πολύ μεγάλο κακό στον εαυτό της. Όμως, δεν το έλεγχε. Υπήρξαν στιγμές, πρωινά ξυπνήματα που δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ήταν εκεί, παγωμένη, αδύναμη, τυλιγμένη με την κουβέρτα. Κοιτούσε μανιωδώς το φως στο κομοδίνο, την λαμπερή ακτινοβολία που ήλπιζε πως θα εξευμένιζε την ψυχή της. Άλλες φορές είχε τα μάτια κλειστά και ίδρωνε και ανατρίχιαζε, νιώθοντας να κρυώνει σαν να είχε χαλάσει η θέρμανση της πολυκατοικίας. Ήταν προβληματική αυτή η κατάσταση και αντί για μια όμορφη, μελαχρινή κοπέλα τριάντα τριών χρονών συχνά έβλεπε στον καθρέφτη μια πλαστική μαριονέτα.
Στους δρόμους της πόλης πήγαινε μεν από το πεζοδρόμιο, αλλά απέφευγε τα σημεία όπου δεν μπορούσε να δει πίσω τους ή, ακόμα χειρότερα, ανάμεσά τους. Το αμάξι της το διπλοτσέκαρε πριν μπει. Είχε ένα μικρό μπαστούνι με το οποίο χτυπούσε ελαφρώς τα καθίσματα, πάνω και κάτω. Το ντουλαπάκι το άνοιγε σιγά-σιγά.
Ήταν αδιανόητη η κατάσταση.
Όλο έλεγε ότι θα πάει σε ψυχολόγο, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Το ανέβαλλε συνέχεια. Μια δεν είχε λεφτά, μια δεν είχε χρόνο. Δικαιολογίες, τίποτα περισσότερο. Ήταν σαν να ήθελε να είναι υποταγμένη στη φοβία της. Σαν να εξαρτιόταν από το άγχος των σκιών που την περικύκλωναν.
Τώρα η Βάσια γέμισε τη μπανιέρα με ζεστό νερό. Βυθίστηκε μέσα του και καθάρισε πρώτα το σώμα της με το σαμπουάν. Η πόρτα του μπάνιου ήταν ανοιχτή, όπως και το φως του διαδρόμου. Το φως ήταν όμορφο, τη βοηθούσε ψυχολογικά.
Από το κεφάλι της ένιωσε στάλες ιδρώτα ανάμεσα σε αυτές του νερού. Έξω έκανε ζέστη, το καλοκαίρι είχε διαδεχτεί την άνοιξη. Όμως για τη Βάσια, ειδικά όταν έμενε μόνη σε έναν κλειστό χώρο, έπρεπε να ενισχύεται αυτή η ζέστη.
Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της, θυμήθηκε έναν από τους γκόμενους που είχε κατά καιρούς. Ο Μανόλης. Καλό παιδί, αναμφίβολα. Ήταν ο μοναδικός που έμεινε μαζί της για πάνω από δύο εβδομάδες. Δεν την είχε πιέσει ποτέ σε τίποτα, εκτός από το να πάει να δει έναν ειδικό.
«Πεθαίνεις», της τόνιζε. «Το ξέρεις ότι πεθαίνεις. Μέσα σου».
«Ναι», συμφώνησε η Βάσια, όπως κάθε φορά που της έλεγε κάποιος τα ευκόλως εννοούμενα. «Θα πάω».
Αλλά ήξεραν και οι δύο πως δεν θα πήγαινε. Και θα συνέχιζε τους καταναγκαστικούς ελέγχους της, αρνούμενη να αντικρίσει τον Μανόλη που απογοητευόταν μέρα με τη μέρα.
Δεν τον αδικούσε που είχε φύγει.
Η Βάσια αφέθηκε στη φαντασία της. Αποκοιμήθηκε.

Ένιωσε αμέσως την αηδιαστική σάρκα του. Ήταν διάστικτη από πράσινα σημάδια, από εξογκώματα που κάλυπταν το κορμί του, που είχε ξαπλώσει πάνω της. Είχε τεράστιο κορμί, μακρύ σαν κορμό δέντρου. Και στόμα γεμάτο δόντια.
Και εκείνη δεν μπορούσε να το αποβάλει, να το αποδιώξει. Οι γονείς της από μακριά κοιτούσαν και η μητέρα της ούρλιαζε. Έκανε ζέστη, αλλά η μικρή Βάσια, ξαπλωμένη στο χορτάρι του βάλτου, έχοντας αυτό το τέρας πάνω της, πάγωνε. Εκείνο είχε ανοίξει το στόμα του και έδειχνε να μην τη δίνει σημασία, αλλά η Βάσια δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από το άσχημο σώμα του. Μύριζε τη μπόχα που αναδυόταν από αυτό, από τα κακόμοιρα τα ζώα που είχε φάει πρωτύτερα.
Η Βάσια είχε δει κι άλλα σαν αυτό στο βάλτο της Αυστραλίας. Είχαν πάει διακοπές ακριβώς για να δουν τα άγρια ζώα της χώρας αυτής. Η Βάσια δεν ήθελε, αλλά ο πατέρας της τα λάτρευε. Κι ήταν τόσο αξιολάτρευτος ο μπαμπάς όταν μιλούσε για αυτά. Δεν της πήγαινε η καρδιά να τους κάνει χαλάστρα. Άλλωστε θα ήταν συνέχεια μαζί. Δεν είχε κάτι για να ανησυχεί.
Όμως έγινε η στραβή και η Βάσια έπεσε από το τζιπ που πήγαινε στην άκρη του δρόμου, για να μπορούν να βλέπουν τα ερπετά. Έπεσε και κατρακύλησε στις λάσπες και βρέθηκε στο γλοιώδες χώμα, ακίνητη.
Και το τέρας βγήκε από το νερό και την πλησίασε. Αλλά δεν την έφαγε. Όχι, κάθισε πάνω της και άνοιξε το στόμα του. Και… μύριζε, Θεέ μου, πόσο άσχημα μύριζε…

Και η Βάσια δεν έλεγε να ξεχάσει αυτή τη μπόχα, και την αίσθηση ότι ένα βαρύ κορμί με λέπια την καταπλάκωνε και τη φόβιζε.
Κι εκείνος ο ήχος, ο συριγμός του… Σσσσσσς… Σαν να έκανε νόημα ο κακός δάσκαλος στο μαθητή να μη μιλήσει.
Η Βάσια το άκουγε τόσο πολύ που ήταν σαν…
Άνοιξε τα μάτια της.
Ένα μακρόστενο πράγμα, πράσινο και με λέπια, ήταν μέσα στη μπανιέρα μαζί της. Η Βάσια ένιωσε το κορμί κάτω από το νερό πάνω στο δικό της να την πιέζει. Είδε τα κλειστά μάτια του κροκόδειλου. Η ουρά του ακουμπούσε στην άλλη άκρη, στον τοίχο, έξω από το νερό.
Η Βάσια δάκρυσε.
Έστρεψε ελαφρώς το κεφάλι της και είδε την κλειστή πόρτα και το φως που τρεμόπαιζε. Και στο πάτωμα αναπαύονταν άλλοι κροκόδειλοι, ο ένας πάνω στον άλλο, ένα κουβάρι σωμάτων από την Κόλαση. Οι τεράστιες κοιλιές τους ανασηκώνονταν, καθώς ανέπνεαν, ήρεμοι, σαν να ήταν στο σπίτι τους.
Ήταν νεκρή, το ήξερε. Λάθος, το ήλπιζε. Δεν ήθελε να νιώσει τις δαγκωματιές τους, όταν θα ξυπνούσαν. Προτιμούσε να την είχαν σκοτώσει νωρίτερα, καθώς κοιμόταν.
Δεν…
Αντιλήφθηκε μια αλλαγή και γύρισε το κεφάλι της σε ευθεία.
Ο κροκόδειλος την κοιτούσε τώρα. Μεγάλα πράσινα μάτια με μια μαύρη κάθετη ίριδα.
Η Βάσια ήταν ακίνητη. Παγωμένη.
Ο κροκόδειλος τής χαμογέλασε, τα δόντια του μακριά σαν πρόκες, με υπολείμματα σάρκας ανάμεσά τους. Η Βάσια μύρισε το θάνατο που ερχόταν και έκλεισε τα μάτια της.
Αλλά δεν μπορούσε να αντέξει την ακινησία και ούρλιαξε. Για ώρα.
Ώσπου ξύπνησε και είδε πως ήταν μόνη στο διαμέρισμά της, στη μπανιέρα της.
Ανάπνευσε ξανά.

Και μετά είδε μια ουρά να αναδύεται από το νερό.