Σκοτάδι. Παγωνιά. Κανένας δεν υπάρχει τριγύρω μα ‘κείνος τρέχει. Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί, αψηφώντας τα πόδια του που δυσκολεύονται να τον ακολουθήσουν, την καρδιά του που κοντεύει να σπάσει, ακόμα και την ανάσα του που δεν φτάνει στα πνευμόνια του. Εκείνος τρέχει κι ο πανικός έχει καταλάβει κάθε σημείο του μυαλού και του κορμιού του. Τρέχει για να ξεφύγει. Τρέχει για να προλάβει. Δεν βλέπει τίποτα, δεν ακούει τίποτα. Μόνο τρέχει…

Ξαφνικά πετάχτηκε επάνω ιδρωμένος. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα. «Τι εφιάλτης ήταν αυτός…» σκέφτηκε και τίναξε το κεφάλι λες κι έτσι θα έδιωχνε την θύμησή του.
Την επόμενη νύχτα πάλι ο ίδιος εφιάλτης. Μα τούτη τη φορά είχε λίγο παραπάνω…

Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί, γεμάτος πανικό. Και ξαφνικά εκεί, ευθεία, μακριά, βλέπει ένα μικρό φως. Κι όσο πλησιάζει, τόσο το φως μεγαλώνει. Μοιάζει σαν ένα μεγάλο πάρκο που φωτίζεται από έναν προβολέα. Ίσως αν πήγαινε εκεί στο φως, ίσως να απαλλασσόταν από το σκοτάδι, να γλίτωνε. Δεν το αντέχει άλλο πια το σκοτάδι, τον τρομάζει, τον τρώει, τον διαλύει. Έχει ανάγκη από φως. Το χρειάζεται το φως. Πρέπει να φτάσει ως εκεί. Ναι, πρέπει! Μα οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν σιγά σιγά. Λίγο ακόμα, λίγο μόνο. Μα ξαφνικά το σώμα του δεν υπακούει, δεν ακολουθεί. Τα βήματα μικραίνουν, βαραίνουν. Λίγο ακόμα…

Ξύπνησε παίρνοντας απότομα μια βαθιά ανάσα, θαρρείς και βγήκε ξαφνικά στην επιφάνεια της θάλασσας. Κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Κάθε φορά και λίγο παραπάνω…

Με μεγάλη δυσκολία τα κατάφερε… Έφτασε στο φως, μα τα πόδια του λυγίζουν και πέφτει απότομα με τα γόνατα στο έδαφος. Τα ρούχα του γεμίζουν λάσπη. Μα τι είναι αυτό; Αίμα; Πώς βρέθηκε εκεί τόσο αίμα; Κοιτάζει γύρω μα τα μάτια του είναι θολά. Δεν μπορεί να ξεκαθαρίσει εύκολα τις εικόνες. Κι αυτό το φως τον τυφλώνει. Να, κάτι βλέπει! Κάποιος είναι εκεί. Άνθρωπος είναι;

Αυτή τη φορά θύμωσε που ξύπνησε! Δεν ήθελε να ξυπνήσει. Έπρεπε να δει. Ήθελε να μάθει… Τι παιχνίδια του έπαιζε το υποσυνείδητό του; Προσπάθησε να κοιμηθεί ξανά μα δεν τα κατάφερε.
Έπρεπε να περιμένει ως την επόμενη νύχτα. Το ίδιο ξανά και λίγο παραπάνω…

Δεν βλέπει καθαρά, όλα είναι θολά. Συγκεντρώνει το βλέμμα του και προσπαθεί να εστιάσει καλύτερα. Ναι, είναι ένας άνθρωπος πεσμένος στο χώμα! Δεν κινείται. Σφίγγει τα μάτια του, τα ανοιγοκλείνει γρήγορα, προσπαθεί να δει καλύτερα. Πεθαμένος είναι; Δικό του είναι το αίμα; Μα έχει το κεφάλι του γυρισμένο από την άλλη μεριά. Πρέπει να πάει ως εκεί, να δει. Μπορεί να χρειάζεται βοήθεια αν είναι ζωντανός. Μα το σώμα του δεν υπακούει για άλλη μια φορά. Αδύνατον!

Με το ξύπνημα ρίχνει μια γροθιά στο στρώμα. Γιατί να τον βασάνιζε τόσο επίμονα αυτός ο εφιάλτης; Σαν κάτι να προσπαθούσε να του πει…
Εκείνη την νύχτα τα κατάφερε.

Δεν μπορεί να περπατήσει, δεν καταφέρνει καν να σηκωθεί, μα συγκεντρώνει όλες του τις δυνάμεις και σέρνει το κορμί του ως εκεί… Με κόπο και υπερπροσπάθεια βρέθηκε πίσω από την πλάτη του ανθρώπου. Αίμα παντού. Στα ρούχα του, γύρω του, επάνω του. Μαύρο πηχτό αίμα. Αποκλείεται να ‘ναι ζωντανός. Δεν φαίνεται να ανασαίνει. Κανένα σημάδι ζωής. Κοιτάζει καλύτερα, μοιάζει κομματιασμένος, τα σπλάχνα του έξω από το σώμα του, τα άκρα του σκόρπια εδώ κι εκεί. Πρέπει όμως να δει το πρόσωπό του. Πρέπει! Τον ακουμπά στον ώμο και το χέρι του βυθίζεται στο αίμα. Του κόβεται η ανάσα, ανακατεύονται τα σωθικά του. Σφίγγει τα δόντια και τον τραβά απότομα κάνοντάς τον να γυρίσει προς το μέρος του. Και τότε τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα… Η ανάσα του βγαίνει με δυσκολία, το μυαλό του μουδιάζει, παγώνει.
Ο νεκρός άντρας που κείτεται μέσα στο αίμα, είναι ο εαυτός του…