Αχ, σαν τώρα θυμάμαι τη στιγμή που γεννήθηκε ο μεγάλος μου γιος. Ξημέρωμα ανοιξιάτικης μέρας επεισοδιακά κι αξέχαστα. Πόση ευτυχία είχα νιώσει πόση χαρά που εκείνο το μικρό τέλειο πλάσμα ήταν δικό μου.

Με κοιτούσε με τα τεράστια γαλάζια μάτια του κι έλιωνα. Με αγκάλιαζε με τα παχουλά του χεράκια και πέθαινα. Η πρώτη φορά που με είπε μαμά ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου. Στα πρώτα του βήματα ένιωσα σαν να κατέκτησα τον κόσμο όλο. Μεγάλωνε κι εγώ τον καμάρωνα. Ήταν το παιδάκι μου ,η αδυναμία μου ,η καψούρα μου η μεγάλη. Κι ήταν τόσο γλυκός! Με κάθε ευκαιρία έτρεχε και χανόταν στην αγκαλιά μου μανούλα με φώναζε κι εγώ έτρεμα. Κλασική κουκουβάγια μάνα. Το παιδάκι μου, το καλύτερο το ομορφότερο το εξυπνότερο.

Τώρα θα μου πείτε τι σας νοιάζει εσάς και σας ζαλίζω. Δίκιο έχετε αλλά κάπου πρέπει να πω κι εγώ τον πόνο μου. Διότι αγαπητοί μου περί πόνου πρόκειται και καημού μεγάλου. Βλέπετε το παιδάκι μου μεγάλωσε κι εξελίχθηκε σ’ ένα τρομακτικό πλάσμα σε έναν έφηβο δεκαεπτά χρονών. Οι κουβέντες μας περιορισμένες πλέον. Μονίμως σκυμμένος σ’ ένα κινητό να πληκτρολογεί κι όταν δεν πληκτρολογεί φοράει τ’ ακουστικά του. Εδώ που τα λέμε καλύτερα είναι όταν τα φοράει όσες φορές τα έβγαλε αντιλαλούσαν τα ντουβάρια από κάτι τσόκο μαροκάνες και κάτι μεθυσμένους που έμπαιναν στο κλαμπ κι έκαναν νταμπ.

Κι εγώ η μάνα να προσπαθώ να συμβαδίζω και να το παίζω κουλ κι άνετη. Ποσά ν ‘αντέξω όμως κι εγώ η δόλια ; Που πρέπει να σηκωθώ στις μύτες για να τον φιλήσω, που βλέπω το αθλητικό νούμερο σαράντα εφτά κι αναπολώ εκείνο τον καιρό που το πατουσάκι του χωρούσε στη χούφτα μου. Κι η φωνούλα του εκείνη η γλυκιά φωνούλα που με φώναζε μανούλα κι ήταν σαν τιτίβισμα τώρα αν είμαι λίγο αφηρημένη και τον ακούσω σκιάζομαι.

Προσπάθησα να του ανοίξω συζήτηση για την αντισύλληψη, να του πω να προσέχει. Άραξε ρε μάνα είπε το καμάρι μου πως με κόβεις για χαζό ; Τα ξέρω αυτά εξάλλου είσαι πολύ νέα για να γίνεις γιαγιά. Ώπα ,ώπα κάτσε τι είπε το αγοράκι μου; Τι σημαίνει αυτό τώρα ; Και τον ρώτησα φυσικά για διευκρίνιση αν οι γνώσεις του είναι σε εγκυκλοπαιδικό επίπεδο ή έχουν διευρυνθεί και στο πρακτικό μέρος της υπόθεσης. Τι το ‘θελα η δόλια. Γούρλωσε τα μάτια του, εκείνα τα μεγάλα γαλάζια που λέγαμε κι άρχισε να γελάει. Το μόνο που ξεχώριζα ήταν το «τώωωωωωωωωρα καλά που ζεις»

Που ζω άραγε ; Που τον βλέπω να φεύγει και θέλω να του φωνάξω ζακέτα να πάρεις, μην αργήσεις, να προσέχεις. Που με κλείνει στην αγκαλιά του κι είμαι εγώ η μικρή. Που μου κάνει τράκα στα τσιγάρα. Που την Κυριακή πίνουμε παρέα τον καφέ μας. Που νομίζει ότι πλέον είναι μεγάλος κι εγώ τον αφήνω να το νομίζει. Που όταν μου λέει άραξε ρε μάνα όλα καλά εγώ θέλω να του υποσχεθώ πως όσο περνάει από το χέρι μου θα είναι όλα καλά.

Μεγαλώνουν τα παιδιά μας κι εξελίσσονται. Και πλέον δεν μας έχουν ανάγκη. Κι είναι αυτό το ιδανικό. Γιατί σημαίνει ότι μάλλον κάτι κάναμε καλά.