Ένα βράδυ βρέθηκα τυχαία σε ένα μαγαζί με φαγητό και μουσική κονσέρβα, από αυτά που απευθύνονται κυρίως σε φοιτητόκοσμο. Ξέρετε, από αυτά που μπορείς να κάτσεις με την παρέα σου, τέσσερα άτομα, και να παραγγείλεις μια καράφα κρασί όλο το βράδυ και κανείς δεν θα σε στραβοκοιτάξει. Είχα πολύ καιρό να πάω σε τέτοιου είδους μαγαζί. Δεν ξέρω καν πως να το χαρακτηρίσω. Ταβέρνα δεν είναι, αν και έχει και φαγητό, κουτούκι δεν είναι, οπότε ας το χαρακτηρίσουμε απλά φοιτητομάγαζο, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε.


Αρχικά μου έκανε εντύπωση το πόσο γεμάτο ήταν. Τα τραπέζια ήταν τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο που οριακά άφηναν χώρο να περάσεις, με το πλάι, και αν είσαι λιγότερο από 50 κιλά, διαφορετικά μπαίνεις στη διαδικασία να σπρώχνεις και να προχωράς ζητώντας συγνώμη. Βέβαια, κανείς δεν φαίνεται να δυσφορεί, αφού όλοι κάπως έτσι έφτασαν στην θέση τους, εκτός ίσως από τους πρώτους τυχερούς που έφτασαν την ώρα που τα γκαρσόνια ακόμα σφουγγάριζαν. Πάντως η όλη κατάσταση θύμιζε σαρδέλες παστωμένες σε κονσερβοκούτι, αλλά ποιος δίνει σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες;

Όταν μετά κόπων και βασάνων φτάσαμε επιτέλους στην ευλογημένη μπάρα, μετά από πολλά σπρωξίματα και συγνώμες, παραγγείλαμε στο ευγενέστατο παλικαράκι που στεκόταν λίγο αμήχανο. Υποθέτω το γεγονός ότι προτιμήσαμε σκληρά ποτά, όπως βότκα, τζιν και ουίσκι, μάλλον τον αποπροσανατόλισε, αφού όπως παρατήρησα σχεδόν στο σύνολό τους όλοι οι παρευρισκόμενοι έπιναν κρασί. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν το έκαναν για λόγους οικονομίας ή από άποψη, αλλά τείνω να υποστηρίξω την πρώτη εκδοχή, αφού ελάχιστες παρέες συνόδευαν το κρασί τους με κάποιο ορεκτικό ή φαγητό.

Καθισμένη στο ψηλό σκαμπό του μπαρ, άρχισα να χαζεύω το πλήθος. Κι εκεί ήρθε το επόμενο σοκ. Όλα τα κορίτσια ήταν πανομοιότυπα. Μακριά μαλλιά, έντονα φρύδια, κόκκινα χείλη, μαύρα μικροσκοπικά μπλουζάκια. Λες και ήταν πρωτοξάδελφες και ετοιμάστηκαν μαζί για να βγουν. Το ίδιο φυσικά συνέβαινε και με τα αγόρια. Ίσως κάποιος θα έπρεπε να τους πει ότι το αξύριστο 4 ημερών μπορεί να είναι θελκτικό σε έναν άντρα, αλλά σε ένα παλικαράκι που μετά βίας έχει πέντε τρίχες, φαντάζει αστείο. Και φυσικά όλοι, μα όλοι, ανεξαρτήτως φύλου, ασχολιόντουσαν κυρίως με το κινητό τους, παρά με τους διπλανούς τους. Φαίνεται ότι ο αγώνας για την τέλεια «selfie» δεν τελειώνει ποτέ.

Πίνοντας το δεύτερο ή το τρίτο ποτό μου, δεν θυμάμαι ακριβώς, προσπαθούσα να θυμηθώ αν πριν είκοσι χρόνια βγαίναμε κι εμείς με διαχωρισμό ανά φύλλο. Γιατί πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω πως γίνεται όλες οι παρέες μέσα στο μαγαζί να είναι απόλυτα διαχωρισμένες. Στα τραπέζια καθόντουσαν μόνο κορίτσια ή μόνο αγόρια, και καθ’ όλη την διάρκεια της βραδιάς δεν παρατήρησα καμιά αλλαγή θέσεων, ούτε καν παιχνίδι ανάμεσά τους. Λες και το φλερτ σταμάτησε να υπάρχει σε ανοιχτούς χώρους και περιορίζεται μόνο μέσα στην οθόνη του κινητού.

Έχοντας φτάσει πια στο έκτο, ή μήπως στο όγδοο (;) ποτό, κατέληξα ότι είναι ωραίο να είσαι είκοσι χρονών και να έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου, να κάνεις όνειρα και σχέδια για το μέλλον, αλλά είναι ακόμα καλύτερα να είσαι σαράντα, να έχεις μαζέψει εμπειρία, να έχεις φάει τα μούτρα σου τόσες φορές και κάθε φορά να βρίσκεις τη δύναμη να σηκώνεσαι και να συνεχίζεις να κάνεις όνειρα. Αλλά το σημαντικότερο, είναι ωραία ρε γαμώτο να μπορείς να βγεις και να πιεις έξι ή μήπως οκτώ (;) ποτά, και να ξέρεις ότι μπορείς να τα πληρώσεις με τα χρήματά σου. Οπότε, εντελώς αντικειμενικά, θεωρώ ότι τη μάχη την κερδίζουν οι σαραντάρηδες.