Είμαι στη δουλειά. Πρέπει απλά να κόψω ένα τιμολόγιο. Οκ, δεν είμαι συνηθισμένη, αλλά είναι απλά ένα ρημάδι τιμολόγιο. Το στομάχι μου έχει ανεβεί στον οισοφάγο. Ίωση θα ‘ναι. Τρέχω στην τουαλέτα. Προσπαθώ να κάνω εμετό. Ζαλίζομαι. Μάλλον γαστρεντερίτιδα. Θα περάσει.

Βράδυ, μετά την Ανάσταση. Επιτέλους ήρθαν τα φιλαράκια από Θεσσαλονίκη. 6 άτομα στρωματσάδα σε μια μικρή γκαρσονιέρα. Χίλιοι καλοί χωράνε. Γελάμε και μας ακούει το σύμπαν. Έχω ξενυχτίσει στην εκκλησία με την αγαπημένη ανιψιά. Μας έχει πιάσει καφρίλα και νευρικό γέλιο. Ρόμπα γίναμε και εκεί. Ευτυχώς Ο Θεός έχει χιούμορ. Πέφτω ξερή κάπου στο ξημέρωμα. Ξαφνικά μέσα στον ύπνο μου, νιώθω να με πιάνει κράμπα στο πόδι. Ένα τσουνάμι φόβου με καταπίνει με ορμή. Πετάγομαι όρθια, ντύνομαι σε κλάσματα δευτερολέπτου και τρέχω στο σαλόνι. «Θρόμβωση, παθαίνω θρόμβωση, θα πεθάνω, πάμε στο νοσοκομείο γρήγορα!!!» Μα γιατί κανείς δε σηκώνεται; Τι με κοιτάζουν σα χάνοι; Πεθαίνω, δεν καταλαβαίνουν;! Ο Κ. που γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους, με παίρνει αγκαλιά. Κρίση πανικού. Με γεια μου! Κλαίω με αναφιλητά. «Συγνώμη που δε μπορούσα να σε καταλάβω! Συγνώμη που θύμωνα και σε θεωρούσα υπερβολικό!»
Την υγειά μου, θέλω την υγειά μου! Πηγαίνω σε νευρολόγο. Διάγνωση: αγχώδης καταθλιπτική διαταραχή. Μου γράφει χάπια. Χάπια! Εγώ!!! Αλλά θέλω να ‘μαι καλά.

Ο καιρός περνάει. Δεν έχω άγχος. Είμαι καλά. Παραείμαι καλά. Σχεδόν δεν είμαι εγώ. Μόνο οι κρισούλες μου εκεί, πιστά σκυλιά. Δουλεύω 12ωρα και με πηγαίνει ο οδηγός σπίτι. Βράδυ, μόλις κλείνουμε τα μαγαζιά και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, το φορτηγό πάπαλα. Βλάβη στη μηχανή. Αναγκαστικά θα περιμένουμε οδική. Δηλαδή άλλη μια ωρίτσα μες στο νερό. Κανονικά θα έπρεπε να είμαι έξαλλη. Αλλά εγώ Τζαμάικα-η ζωή είναι ωραία-ντοντ γουόρι για μαλακίες μωρέ!!! Οκ, δεν ξέρω ποιο χαζοχαρούμενο πνευματάκι με στοίχειωσε, αλλά εγώ δεν είμαι σίγουρα!

Περνάει κι’ άλλος καιρός. Το χαζοχαρούμενο πνεύμα έχει κάνει κατάληψη. Αλλά οι κρισάρες εκεί! Το λέω στη γιατρό μου. Δεν ξέρει πως να το ξορκίσει, αλλά πρέπει να δω ψυχολόγο και να κόψω σταδιακά τα χάπια. Αμ δε! Μπορώ και μόνη μου, αφού είμαι μάγκας. Πάντα ήμουν! Δε σε χρειάζομαι άλλο, κασπεράκι. Δύο σ’ ένα κορμί, είναι κάπως στριμόκωλα. Το γραπώνω λοιπόν απ το σβέρκο και το στέλνω στον αγύριστο, μαζί με τα κωλόχαπα!

Κλείνω ραντεβού σε ψυχολόγο. Οκ, τα περισσότερα τα ξέρω και ψιλοβαριέμαι, αλλά μέσα σε ‘κείνη τη μία ώρα που τα λέμε, σε ανύποπτες στιγμές πατάει κουμπάκια και ξεκλειδώνει πίστες στο παιχνίδι του μυαλού μου. Είμαι ενθουσιασμένη. Θα πηγαίνω, λέει, όταν θα έχω ανάγκη. Θέλει κάποια στιγμή να δει και τον Κ. Τον πείθω. Από το πρώτο τους ραντεβού, μαζεύει βαλίτσες και φεύγει από το σπίτι. Πρέπει, λέει, να μείνει μόνος, να απεξαρτηθεί από τη σχέση μας, γιατί οδηγούμαστε σε φαύλο κύκλο. Και οι συμβουλές που μου έδινε τόσο καιρό για να ισορροπήσουμε; Τη μισώ! Πάνω που ανέβαινα, μου ‘ριξε μια κλωτσιά και πήγα πιο χαμηλά από πριν! Τελευταίο ραντεβού μαζί της. Την κολλάω στον τοίχο, δεν ξέρει τι να πει. Φάσκει και αντιφάσκει. Άι σιχτίρ, καργιόλα! Κλείνουμε επόμενο ραντεβού. Ούτε στα όνειρά σου!

Η ζωή μου άνω κάτω. Ζω μόνη. Εκείνος μπερδεμένος, εγώ σε κατάθλιψη. Το τσιγάρο προέκταση του χεριού μου. Δεν τρώω σχεδόν τίποτα και δε με απασχολεί κιόλας. Δε χαμογελάω για τίποτα. Δε θέλω να βγαίνω από το σπίτι. Ακόμα και τα ψώνια του σούπερ μάρκετ μου φαίνονται βουνό. Έχω ένα σακί με τσιμέντο στους ώμους. Το μόνο που κάνω εύκολα είναι να κλαίω. Δε θέλω να είμαι μόνη και δεν αντέχω να είμαι με παρέα. Θέλω να κοιμάμαι για να μη σκέφτομαι και δε μπορώ να κοιμηθώ γιατί σκέφτομαι. Θέλω να ξεχάσω κάθε βίωμα που μου κατέστρεψε τη ζωή. Θέλω επιτέλους να πάρω αγκαλιά εκείνο το κοριτσάκι που ζει μέσα μου και τόσα χρόνια ικετεύει για αγάπη. Αν δεν το αγαπήσω εγώ, τότε ποιος; Θέλω απλά να ξαναγίνω εγώ. Α ρε κασπεράκι. Εσύ ήσουν παιδική χαρά. Αυτό είναι μπαμπούλας, που με έχει καταπιεί χρόνια πριν και τώρα με ξερνάει.

Μετά από πολύ εφιάλτη, ο Κ. επιστρέφει στο σπίτι. Προσπαθεί να με στηρίξει, αλλά έχει κι εκείνος σπασμένα φτερά. Η τρέλα περνάει συχνά από δίπλα μου και μου κλείνει το μάτι. Με φλερτάρει τόσο έντονα και είναι τόσο άσχημη, που μου ανακατεύει το στομάχι. Ξέρω ότι γίνομαι κουραστική. Είναι κουραστικό για όλους μας. «Θα πας στο γιατρό, τέλος!!!» Ναι, θα πάω. Πρέπει να γίνω καλά. Χρειάζομαι αγωγή. Ήταν τόσο λάθος να πιστεύω πως είμαι ακόμα μάγκας!

Κλείνω ραντεβού σε ψυχίατρο. Μόνο που δεν πέφτω στα πόδια του. «Βοήθησέ με.» Μου δίνει αγωγή. Τις πρώτες μέρες είναι σα να ζω σε όνειρο. Όλα τρισδιάστατα. Δράση και αντίδραση. Σιγά σιγά ισορροπώ. Κάπου στο βάθος με βλέπω να αχνοφαίνομαι. Όσο περνούν οι μέρες με πλησιάζω κι’ άλλο, ώσπου με παίρνω αγκαλιά και με κρατάω σφιχτά. Καμιά φορά μας στροβιλίζουν οι δαίμονες, όμως με έχω γραπώσει γερά και παλεύω να ξαναμπώ στο σώμα μου! Χαμογελάω ξανά. Δυναμώνω. Έχω πάλι αυτοπεποίθηση. Μαθαίνω να χαίρομαι τη ζωή. Δεν είμαι φυτό για να μην πέφτω στις στενοχώριες, όμως ακόμη και αυτό μπορώ να το βιώνω. Δεν με νοιάζει να παίρνω χάπια μέχρι να πεθάνω. Αν ήμουν διαβητική, θα χτυπούσα ινσουλίνη. Θέλω μόνο να είμαι καλά!