Τον περίμενε στο μπαλκόνι. Καθισμένη στην σκαλιστή καρέκλα που είχαν πάρει πριν 7 χρόνια από το Μοναστηράκι. Τότε που όλα έδειχναν ιδανικά. Τότε που όλα έδειχναν ότι αυτός θα είναι η αρχή και το τέλος της. Απόψε όλα θα ξεκαθάριζαν. Όλα θα τελείωναν.

Η Βίκυ με τον Κώστα γνωρίστηκαν σε μια γιορτή ενός κοινού φίλου κι ερωτεύτηκαν από την πρώτη ματιά. Την ίδια νύχτα βρέθηκαν ιδρωμένοι σε ένα μέρος κάπου ψηλά στον Υμηττό, μέσα στο αμάξι. Πήγαιναν εκεί αρκετά συχνά τα επόμενα χρόνια για να μιλήσουν, να τσακωθούν ή να φιλιώσουν. Ήταν το «μέρος» τους. Από την αρχή έδειχνε πως η σχέση αυτή θα ήταν γεμάτη ένταση. Πολλές οι αντιθέσεις. Οι κόσμοι τους κάθετοι ο ένας στον άλλον, με μοναδικό κοινό σημείο, την στιγμή που κοιταχτήκαν για πρώτη φορά.

Μέρα με νύχτα. Φως με σκοτάδι εναλλάξ. Άσπρο με μαύρο. Ένας χορός αισθήσεων που τους κρατούσε σε εγρήγορση και που όμως με τον καιρό τους κούρασε. Τους αλλοίωσε. Άρχισαν να αγριεύουν. Να αρρωσταίνουν αργά και μεθοδικά. Παραιτημένοι στην μοίρα τους, χωρίς να αλλάζουν κάτι. Λες και η ζωή τους ήταν προδιαγεγραμμένη ότι κι αν έπρατταν. Όπως κι αν ένιωθαν.

Αγαπηθήκαν όμως πολύ. Τόσο πολλοί που έλιωναν ο ένας μέσα στον άλλον κάθε λεπτό της μέρας. Αν αρρώσταινε η Βίκυ, ο Κώστας ξενυχτούσε πλάι της κι ας έκανε ότι κοιμάται. Κι αν αρρώσταινε ο Κώστας η Βίκυ πόναγε περισσότερο από εκείνον. Θα μπορούσαν να σκοτώσουν όποιος πλησίαζε το ταίρι του με την ίδια ευκολία όμως που θα σκότωναν και το ίδιο το ταίρι.

Παράξενο ζευγάρι. Στροβιλιζόταν όλη τους η ζωή γύρω από την διαφορετικότητα. Τι κι αν αποφάσισαν σε μια ήσυχη περίοδο της ζωής τους να μείνουν μαζί; Ακόμα και στο μέρος που θα έβαζαν τις κάλτσες διαφωνούσαν. Δύο τσίχλες ήταν, που η ζωή τις μάσησε και τις έκανε ένα κι ας ήταν άλλες γεύσεις, άλλο χρώμα κι άλλο άρωμα. Προσπαθούσαν συχνά να φύγουν μα πόναγαν μέχρι και οι ρίζες των μαλλιών τους. Και δώστου πάλι από την αρχή.

Μα σήμερα αυτή η αρρώστια θα τελείωνε. Η Βίκυ είχε μαζέψει τα πράγματά της και τα είχε μπροστά στην πόρτα. Ένα πλυντήριο έμεινε μόνο να τελειώσει. Περίμενε και τον Κώστα για το αντίο. Του το όφειλε. 9 χρόνια μαζί.

Ακόμα και τότε που τον έπιασε να συνομιλεί με την πρώην του, τον είχε συγχωρέσει τελικά. Την είχε καθίσει κάτω, της είχε εξηγήσει πως ένιωθε απελπισμένος και μόνος. Της μιλούσε τρεις ώρες εκείνο το βράδυ. Κούναγε το κεφάλι της αλλά στην πραγματικότητα δεν τον άκουγε. Προσπαθούσε να καταλάβει αν θα άντεχε χωρίς εκείνον. Τελικά έκανε πως κατάλαβε. Ποτέ δεν κατάλαβε. Για εκείνη, ότι κι αν συνέβαινε άλλος άνθρωπος δεν θα άντεχε να την αγγίξει. Όμως δεν άντεχε και χωρίς αυτόν. Κι έκανε τάχα μου πως παραδέχθηκε τα λάθη της για να τελειώνει το μαρτύριο. Για την ιστορία δεν το άφησε έτσι. Έριξε ένα ξέχεσμα στην πρώην και τον έβαλε να αλλάξει νούμερο. Όμως έμεινε. Όχι για εκείνον. Όχι επειδή έριξε ευθύνες και σε εκείνη. Επειδή τον αγαπούσε έμεινε. Κι έπρεπε να σώσει λίγο περηφάνια.

Κι ο Κώστας την είχε συγχωρέσει. Η Βίκυ πήγε με την μάνα της κι έριξε μωρό δίχως να του πει τίποτα. Τον είχε κάτσει και αυτή ώρες ολόκληρες να του εξηγήσει. Ο Κώστας δεν κατάλαβε ποτέ τις αηδίες για αντιθέσεις και δυστυχία. Την θεωρούσε φόνισσα. Αλλά παραδέχθηκε και αυτός τα ανύπαρκτα λάθη του κατά εκείνον, για να σώσει την αξιοπρέπεια του και να μείνει πλάι της.

Και κάπως έτσι έφυγαν τα χρόνια. Με ανείπωτη αγάπη κι ανείπωτο αναστεναγμό στα σπλάχνα τους. Μα σήμερα τούτο το μαρτύριο θα τέλειωνε μια καλή. Η Βίκυ τον περίμενε και κάπνιζε. Φουγάρο είχε γίνει. «Τέλος το άσπρο και το μαύρο. Αυτό το ακλόνητο άσπρο και μαύρο» έλεγε και ξαναέλεγε αποφασισμένη στον εαυτό της. Πέταξε το τσιγάρο και κατευθύνθηκε προς το πλυντήριο που μόλις τελείωσε. Ένας παγωμένος αέρας την ανατρίχιασε στον αυχένα.

Μια τέτοια νύχτα ήταν που έλαβε εκείνο το τηλέφωνο από την δουλειά της, να περάσει το πρωί από το λογιστήριο για την αποζημίωση λόγω μείωσης προσωπικού. Έκλαιγε όλη νύχτα. Μόλις είχαν μείνει μαζί με τον Κώστα. Πως θα τα έβγαζαν πέρα; Όλη νύχτα η Βίκυ έκλαιγε κι ο Κώστας γέλαγε. «Ρε χαζό. Τι φοβάσαι; Εγώ είμαι εδώ. Ψωμί κι αλάτι. Ηρέμησε.» Πολλά χρόνια μετά έμαθε πως την επόμενη μέρα ο Κώστας πούλησε τα χρυσαφικά που του άφησε η μάνα του για να προπληρώσει τα ενοίκια μην τυχόν και ξεμείνουν από στέγη.

«Ανάθεμα σε Κώστα» ψέλλισε καθώς άνοιγε το πλυντήριο.
«Ανάθεμα το απόλυτο άσπρο και το απόλυτο μαύρο. Ανάθεμα τις αντιθέσεις μας.» Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα και ο λαιμός της έτσουζε. Μα συνέχιζε να αδειάζει το πλυντήριο. Στα χέρια της έπεσε το αγαπημένο της άσπρο μπλουζάκι. Είχε ανακατευτεί κατά λάθος με το μαύρο σώβρακο του Κώστα. Άρχισε να γελάει υστερικά. «Γαμώτο. Είναι γκρι. Είναι γκρι»

Τα κλειδιά στην πόρτα υποδέχθηκε η σιωπή. Έτρεξε μέσα και το επόμενο πράγμα που θα θυμηθεί είναι να ξυπνάει κολλημένη πάνω του την επόμενη μέρα.

Είναι γκρι…