Αύγουστος 1995. Δύο χρόνια πέρασαν για να κάνεις το πρώτο βήμα . Δύο χρόνια όλο βλέμματα διαπεραστικά λες και τα λέγανε οι ψυχές μας. Θέλω να είμαστε μαζί , μου είπες και ας μας χώριζαν τόσα χιλιόμετρα. Έτσι κι έγινε. Κοιμόμουν με την καληνύχτα σου στο τηλέφωνο και ξύπναγα στην αγκαλιά σου πριν πάω στην σχολή. Είχες ένα μαγικό τρόπο να εξαφανίζεις τις αποστάσεις. Ζήσαμε τον έρωτα μας για πέντε ολόκληρα χρόνια! Είσαι η ζωή μου είπες, θέλω να παντρευτούμε, κι ευτυχισμένη φώναζα και εγώ και εγώ μωρό μου.

Όλα ήταν τέλεια στην αρχή. Αρραβωνιαστήκαμε, η ευτυχία μας ήταν ξεκάθαρη στα πρόσωπα μας, σιγά σιγά όμως είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια αντιπάθεια από τη μέλλουσα πεθερά μου χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία. Ζούσα το όνειρο μας. Κάθε μέρα σχεδιάζαμε τη ζωή μας, μέχρι την στιγμή που ανακοίνωσες στην μαμά σου ότι θέλεις να έρθεις να μείνεις κοντά μου.
“Δεν θα πας πουθενά” είπε, “εδώ έχεις δουλεία και νύφες θα σου βρω όσες θέλεις, σιγά μη τρέχεις πίσω από την Αθηναία.”
“Τι λες ρε μάνα;”
“Ξέρω τι λέω, ουρά κάνουν οι νύφες, εξάλλου είσαι και μικρός 26 είσαι παλικάρι μου! Αχ έλα βοήθα με και ζαλίζομαι.”

Σύννεφα γέμισε ο ουρανός και άρχισε να κλαίει, άνοιξε η γη τα βάθη της και έκρυψε τα φιλιά μας. Σκοτείνιασες, δεν άντεξες το πόλεμο , φοβήθηκες, γκρέμισες τα πάντα μας. Μου τηλεφώνησες να πεις αντίο. Εσύ που έκανες χιλιόμετρα ίσα να μου πεις καληνύχτα από κοντά, τώρα δεν είχες το θάρρος να με αντικρίσεις να μου εξηγήσεις το γιατί. Πήρα το αμάξι και έτρεχα σαν την τρελή να έρθω κοντά σου. Δεν σε συνάντησα ποτέ, άνοιξε την πόρτα η μάνα σου. “Φύγε κορίτσι μου είπε, δεν σε θέλει πια.”
Έκλαιγα, ούρλιαζα, γιατί, γιατί; Σιωπή. Η πόρτα έκλεισε… Γιατί ρε, γιατί κομμάτιασες την ψυχή μου, τι άνδρας είσαι εσύ; Έπνιξα τον λυγμό μου και έφυγα.

Κλείστηκα στο καβούκι μου και πέρναγαν οι μέρες. Αρρώστησα.
Είναι η αγάπη της αρρώστιας γιατρικό μου είπαν. Ένας χρόνος πέρασε μέχρι να μπορέσω να μαζέψω τα κομμάτια μου, να σταθώ στο ύψος μου, να τα βρω με τον εγωισμό μου και να πω ως εδώ. Ήρθαν φίλοι και με το ζόρι πήγαμε βόλτα, εκεί σε είδα εμπρός μου. Η καρδιά μου μάτωσε, έσφιξα τα δόντια και σε προσπέρασα, ένιωσα τόσο δυνατή, τα κατάφερα έλεγα μέσα μου. Ξαφνικά ήθελες να μιλήσουμε, είπες πως είχαμε να πούμε πολλά. Η ψυχή μου δεν το άντεχε, ο πόνος ήταν ακόμη κρυμμένος στη καρδιά, δεν μου το επέτρεψε η αξιοπρέπεια. Δεν είπαμε ποτέ τίποτα.

Πέρασαν τα χρόνια, προχώρησα , παντρεύτηκα και σε έκρυψα στα βάθη της καρδιάς μου σαν μυστικό που μόνο εγώ ελευθέρωνα τα βράδια με τις σκέψεις μου και τιμωρούσα τη ψυχή μου με τις μνήμες σου. Συχνά σε έβλεπα από μακριά και άλλαζα δρόμο. Ένιωθα όμως το βλέμμα σου να με μαγνητίζει. Ένα πρωί τυχαία εμφανίστηκες μπροστά μου.
Τι κάνεις μου είπες και μου έπιασες το χέρι. Πως περνάς στο γάμο σου, είσαι ευτυχισμένη;
– Ναι, ψέλλισα. Εσύ ;
Εγώ δεν έτυχε να κάνω οικογένεια, είπες .
– Λοιπόν χαίρομαι που είσαι καλά, είπα χωρίς να αφήσω περιθώρια.
– Εγώ χάρηκα περισσότερο, απάντησες με σκυμενο κεφάλι.

Τράβηξα το χέρι μου και έφυγα γρήγορα δεν ήθελα να δεις ότι τα μάτια μου βούρκωσαν. Άρχισε πάλι να με τιμωρεί η καρδιά, περπάτησα ώρες μέχρι να μπορέσω να κρύψω καλά την πληγή μου και επέστρεψα σπίτι μου.

Ξέρω πως πονάς και εσύ, εσύ που τόσο αγάπησα, πρέπει όμως να ξεφύγω απ΄ της ζωής μου το μαρτύριο. Έκανες την επιλογή σου. Και εγώ τη δική μου.

Zath

https://www.youtube.com/watch?v=j5WrFmWlUWQ