Τον ήξερα χρόνια. Μπορεί και να τον ήξερα και πριν τον γνωρίσω. Μπορεί και να τον ήξερα από προηγούμενες ζωές. Μπορεί να υπήρξα και εκείνος. Μπορεί και να ήμασταν Ένα. Πάντως επίγεια τον γνώρισα πριν δεκαπέντε χρόνια σε μια άσχετη στιγμή σε πολύ λάθος τόπο και ακόμα πιο λάθος συνθήκες. Εγώ παντρεμένη με έναν καλό άνθρωπο αλλά χλιαρό. Εκείνος σκορπιζόταν σε διάφορα σώματα χωρίς καμία μεταμέλεια. Δεν τον χώνεψα. Του ήμουν αδιάφορη.

Άρχισα να τον συμπαθώ όταν τον συνάντησα ενώ ήμουν έγκυος με την κοιλιά στο στόμα σε ένα καλοκαιρινό μπαράκι. Έπινα χυμό και έτρωγα πατατάκια. Τα οποία εξαφανίστηκαν όταν ήρθε εκείνος και αντικαταστάθηκαν με αγγουράκια και καροτάκια. Εγώ έφυγα με ένα μωρό να γουργουρίζει από ευχαρίστηση στην κοιλιά μου. Εκείνος έφυγε με μια ή και δύο γυναίκες από το μπαράκι και σίγουρα νέα τηλέφωνα στην ατζέντα του.

Τα χρόνια πέρασαν με εκείνον να έρχεται και να φεύγει. Κατεστραμμένος μέχρι το μεδούλι. Κι εγώ κενή μέχρι και μέσα από το μεδούλι. Ένιωθα μόνη σε μια οικογένεια που με πέταγε εκτός της. Κι όσο εκείνη με πέταγε τόσο πιο μακριά έφευγα.

Κάποια στιγμή έμαθα πως ο αχώνευτος φίλος μου παντρεύεται. «Συλλυπητήρια» σκέφτηκα και ταυτόχρονα μούδιασε η καρδιά μου. Δεν ξέρω γιατί. Ήταν μονάχα 2 δευτερόλεπτα και μετά τον έθαψα.

Εν όψει του επικείμενου γάμου οι επισκέψεις του πληθαίναν. Άρχισα να τον συμπαθώ. Μου άρεσε ο τρόπος που
φρόντιζε την μέλλουσα γυναίκα του. Μου άρεσε η σπίθα στο βλέμμα του όταν την κοιτούσε. Μου άρεσε που ο άσωτος επέλεξε και έδειχνε πολύ ευτυχισμένος με την επιλογή του. Ξαναχάθηκε για αρκετούς μήνες. Λίγες μέρες αφού έχασα τον μπαμπά μου με ξαναπήρε τηλέφωνο. Ένα μαγικό πράγμα. Ενώ δεν χωνευόμασταν ιδιαίτερα, κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, έβρισκε στον δρόμο του ο ένας τον άλλον.

Η γυναίκα του γέννησε το πρώτο τους – και τελευταίο παιδί. Μου φαινόταν αστείο. Εκείνος δεν ήταν άνθρωπος για
οικογένεια. Τον έβρισκα τσιγκούνη στα συναισθήματα. Αρκετά αργότερα έμαθα πως είχα δίκιο. Έπασχε από
συναισθηματική αναπηρία. Εκείνος ήταν για αγάπες της μιας βραδιάς. Πως έγινε οικογενειάρχης; Δεν έγινε! Μέσα σε έναν χρόνο όλα. Έρωτας, αγάπη, γάμος, παιδί. Όλα. Αχταρμάς. Λίγο μετά χώρισε. Όπως όλοι είχαμε
προβλέψει.

Το ματωμένο του διαζύγιο αναλύθηκε δακρύβρεχτα στο αλκοόλ που του παρείχα και την μέγιστη κατανόηση μου. Κι ένα απόγευμα το σώμα μου τον υποδέχτηκε αβίαστα. Σαν να τον περίμενε. Με μια παράξενη οικειότητα. Το ίδιο έκπληκτος ήταν και εκείνος. Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να μένω από πάνω του. Να είναι ο γείτονάς μου. Δεν υπήρξε ποτέ κεραυνοβόλος έρωτας αλλά υπήρξε ότι πιο έντονο έχω αισθανθεί ποτέ. Ακόμα μετά από χρόνια, τον κοιτάζω να ξαπλώνει δίπλα μου και η καρδιά μου χορεύει. «Πω πω» λέω και χώνομαι στην αγκαλιά του.

Οι μπόρες που περάσαμε φριχτές. Εκείνος συνηθισμένος σε άλλες συνθήκες, εγώ σε άλλες. Τα δύο άκρα. Η μέρα με την νύχτα. Οι καβγάδες ομηρικοί. Κανένα σημείο επαφής. Μόνο αγάπη υπήρχε κοινή. Κι αυτή, εγώ του την δίδαξα να την εκφράζει. Πρέπει να χωρίσαμε τουλάχιστον δώδεκα φορές. Για μια μέρα το μέγιστο. Ενώ θέλαμε να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον, ταυτόχρονα δεν αντέχαμε και μακριά ο ένας από τον άλλον. Σιγά σιγά περπατήσαμε προς το κέντρο. Κανένας δεν έφτασε ποτέ, τουλάχιστον μέχρι σήμερα ακριβώς στην μέση και για να πω την αλήθεια δεν νομίζω να έρθει κανείς μας ποτέ.

Τα βιώματα και των δύο έντονα και ο καθένας με ένα λουλουδάκι για αποσκευή. Όλα δύσκολα. Μέχρι πρόσφατα κρυφά όλα. Ακόμα κοιτάζω γύρω μου μήπως με βλέπει κάποιος. Μου έχει μείνει η φοβία. Ακόμα τρέμω τους εαυτούς μας. Ακόμα τρέμω μην τον χάσω. Μόνο που πια ξέρω ότι τρέμει κι εκείνος. Κι αυτό σε συνδυασμό με τον κόπο μας να ταιριάξουμε είναι αρκετό να ψιθυρίζω στον εαυτό μου «πω πω» όταν ξαπλώνει πλάι μου.

Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει πολύτιμο έτσι;

Και δεν σας είπα… Με λένε Άννα κι εκείνον Γιώργο. Κι είμαστε οικογένεια.

Β.Α