Στην Ειρήνη άρεσε το κίτρινο χρώμα, τα μακαρόνια με κιμά και τα γιασεμιά. Γι’ αυτό ο μπαμπάς της είχε γεμίσει το μπαλκόνι με γλάστρες με γιασεμιά, που κάλυπταν τους τοίχους και μοσχοβολούσαν τα καλοκαίρια. Στην Ειρήνη δεν άρεσε το κρύο, οι αστραπές και οι φακές. Γι’ αυτό και η μαμά της, κάθε φορά που έβρεχε, την άφηνε να κοιμάται στο κρεβάτι τους και της χάιδευε τα μαλλιά μέχρι να περάσει η μπόρα. Η Ειρήνη ήταν το “θαύμα” της ζωής του μπαμπά και της μαμάς της, που χρόνια προσπαθούσαν μάταια να κάνουν παιδί με κάθε δυνατό τρόπο.

Στον Αιμίλιο άρεσε η άσπρη καμπαρντίνα του παππού του, τα νούμερα και το παγωτό, αποκλειστικά σε χωνάκι. Γι’ αυτό και ο μπαμπάς του, όταν έκλεισε τα δεκαέξι, του είχε χαρίσει την άσπρη καμπαρντίνα. Στον Αιμίλιο δεν άρεσε η φασαρία, οι σφιχτές αγκαλιές και τα φίδια. Γι’ αυτό και η μαμά του ούτε που έκανε προσπάθεια πια να τον αγγίξει, με οποιοδήποτε τρόπο. Ο Αιμίλιος ήταν το “λάθος” της ζωής του μπαμπά και της μαμάς του, που πολύ νέοι, μετά από ένα μεθυσμένο βράδυ, έγιναν γονείς πριν προλάβουν να κάνουν οτιδήποτε άλλο.

Η Ειρήνη ήταν κοντούλα, λίγο γεματούλα, με ίσια μακριά ξανθά μαλλιά και σχιστά καστανά ματάκια. Η μαμά της, όταν εκείνη κατάλαβε πως δεν έμοιαζε με τους περισσότερους, της εξήγησε πως ήταν ξεχωριστή. Της εξήγησε πως είχε κάτι παραπάνω απ’ όλους τους άλλους. Η Ειρήνη όμως δεν καταλάβαινε πως αυτό το κάτι παραπάνω, την έκανε διαφορετική. Να δεις, πως το είχε πει η μαμά της; Γονίδιο το είχε πει. Προτίμησε έτσι την εκδοχή του μπαμπά της, που της είπε πως ήταν πριγκίπισσα της Κίνας, εκτός από πριγκίπισσα της καρδιάς του.

Ο Αιμίλιος ήταν ψηλός, αδύνατος, με μαύρα σγουρά μαλλιά και τεράστια γαλάζια μάτια, που όταν σε κοιτούσαν, νόμιζες πως θα πνιγείς μέσα τους και τρόμαζες. Σπάνια όμως σε κοιτούσε στα μάτια. Ο Αιμίλιος δεν καταλάβαινε πως ήταν διαφορετικός. Στον Αιμίλιο προσπαθούσαν να το εξηγήσουν δάσκαλοι και γιατροί, αλλά εκείνος αρνείτο να το δεχτεί, όπως αρνούνταν και οι γονείς του. Εκείνοι άλλωστε ήταν συνέχεια απασχολημένοι να κατηγορούν ο ένας τον άλλο. Που χρόνος να ασχοληθούν με ένα περίεργο σύνδρομο, που έμοιαζε με γλωσσοδέτη. Αρτιμελής ήταν ο Αιμίλιος απλά λίγο παράξενος από μωρό. Άσπεργκερ και βλακείες!

Η Ειρήνη εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα είχε παρακαλέσει τη μαμά της να την αφήσει να πάει μόνη της στο σούπερ μάρκετ. Σ’ έναν μήνα θα έκλεινε τα δεκαοχτώ άλλωστε και το σούπερ μάρκετ ήταν μόλις δύο τετράγωνα πιο κάτω. Έτσι η μαμά της διστακτικά την είχε αφήσει, αφού την είχε βάλει να υποσχεθεί πρώτα πως θα ήταν προσεκτική. Ο Αιμίλιος από την άλλη, εκείνο το απόγευμα δεν άντεχε καθόλου τις φωνές των γονιών του. Είχε φορέσει την άσπρη καμπαρντίνα του παππού, που του ήταν λίγο κοντή στα μανίκια, και σκυφτός είχε βγει στο δρόμο. Αν καθόταν και άλλο σπίτι, ο καβγάς θα γύριζε σ’ εκείνον και την αδυναμία του να βρει δουλειά, παρά τα είκοσί του χρόνια. Και περπατούσε ο Αιμίλιος χωρίς να σκέφτεται τίποτα, μετρώντας τα πεταμένα στο δρόμο κουτάκια αναψυκτικών. Και μόνο όταν έφτασε τα πενήντα κουτάκια, κατάλαβε πόσο είχε απομακρυνθεί και σήκωσε το κεφάλι του σαστισμένος. Δεν την ήξερε αυτή τη γειτονιά και σε λίγο θα νύχτωνε. Μόλις όμως πήγε να κάνει μεταβολή για να γυρίσει πίσω, έπεσε πάνω τους κυριολεκτικά. “Κοίτα ρε φίλε, το φρικιό με την καμπαρντίνα!” άκουσε τον έναν να λέει στον άλλο και πριν προλάβει να τρέξει, βρισκόταν ανάμεσά τους. Και εκείνοι μιλούσαν, γελούσαν, αλλά ο Αιμίλιος δεν άκουγε τίποτα. Το μόνο που άκουγε ήταν την καρδιά του, που σφυροκοπούσε μέσα στο στήθος του. Και ύστερα ο ένας τον έσπρωξε και ο Αιμίλιος παραπάτησε και σωριάστηκε στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Εκεί τον παράτησαν και έφυγαν γελώντας, ενώ εκείνος προσπαθούσε να δει αν είχε πάθει κάτι η άσπρη του καμπαρντίνα. Και αφού βεβαιώθηκε πως η καμπαρντίνα του ήταν ακέραια και πως οι παλιοί συμμαθητές του είχαν απομακρυνθεί, σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να στέκεται από πάνω του σαν ήλιος με το κίτρινο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά της.

-Χτύπησες; ρώτησε η Ειρήνη με μια σακούλα του σούπερ μάρκετ στο ένα χέρι της.
-Καλά είμαι, απάντησε ντροπαλά ο Αιμίλιος ενώ σηκωνόταν, αγνοώντας το στρουμπουλό ελεύθερο χέρι της, που το είχε στρέψει προς εκείνον για βοήθεια.
-Μην στεναχωριέσαι, μερικά κακά παιδιά ήταν, συνέχισε χαμογελώντας του.
-Ναι…
-Εγώ είμαι η Ειρήνη, πριγκίπισσα της Κίνας, συστήθηκε εκείνη περήφανα.
-Αιμίλιος, είπε εκείνος εκπλήσσοντας και τον εαυτό του, που μιλούσε με μια άγνωστη.
– Έχεις ωραία μάτια και ωραίο όνομα Αιμίλιε. Και η καμπαρντίνα σου είναι πολύ όμορφη, σχολίασε με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, που έκανε τον Αιμίλιο να χαμογελάσει.
-Και εσύ πριγκίπισσα Ειρήνη έχεις όμορφα μάτια, ανταπέδωσε κοιτώντας την πλέον κατάματα.
Και η Ειρήνη δεν φοβήθηκε μην πνιγεί στο μπλε των ματιών του. Παρά έβγαλε μέσα από τη σακούλα που κρατούσε μια σοκολάτα και του την έδωσε.
-Να προσέχεις Αιμίλιε. Χάρηκα, αλλά πρέπει να πάω σπίτι. Έπιασε κρύο και θα ανησυχούν οι γονείς μου, είπε και έκανε να φύγει.
-Να σε πάω μέχρι το σπίτι σου; ρώτησε εκείνος κατακόκκινος. Και ένευσε η Ειρήνη θετικά χαρούμενη. Δίπλα- δίπλα περπατούσαν και ο Αιμίλιος πλέον δεν μετρούσε κουτάκια αναψυκτικών, παρά άκουγε την Ειρήνη να μιλάει μαγεμένος. Η πριγκίπισσα Ειρήνη με το κίτρινο φόρεμα έκανε όνειρα φωναχτά, όταν εκείνος δεν έκανε όνειρα ούτε στον ύπνο του… Και στρίβοντας σ ένα στενό, χωρίς να το σκεφτεί, έβγαλε την άσπρη καμπαρντίνα του και την πέρασε τρυφερά στους ώμους της. Και ο ήλιος έπαιρνε να δύσει, βάφοντας τον ουρανό πορτοκαλοκόκκινο, κάνοντας την άσπρη καμπαρντίνα του Αιμίλιου και το κίτρινο φόρεμα της Ειρήνης να μοιάζουν το ίδιο χρώμα. Λες και ήταν φτιαγμένα το ένα για το άλλο…