Ξέρεις, τα βράδια συνήθως ξεσπάω. Ξεσπάω σε κλάματα, σε πράγματα, σε τοίχους, στο χαρτί. Ξεσπάω γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να το διαχειριστώ. Μοιάζει η απουσία σου βουνό κι εγώ έχω στερέψει από δυνάμεις πια. Δεν μπορώ να το εξηγήσω το φευγιό σου. Δεν μπορώ να βρω απαντήσεις στα «γιατί» μου. Δεν ξέρω πώς να ζω χωρίς εσένα ρε μαμά.
Δεν πονάει μόνο η απουσία σου. Πονάει και η θύμησή σου. Πήρα αγκαλιά πριν λίγο το άρωμά σου. Το μύρισα ξανά μετά από αρκετές μέρες και ζαλίστηκα. Μπερδεύτηκε στον αέρα η απουσία με την παρουσία σου. Η φωνή και η σιγή σου. Η ανάμνησή σου. Η θύμησή σου. Αυτή που με σκοτώνει. Βάζω ένα ποτήρι κρασί για να σου γράψω.
Εις μνήμην λοιπόν. Εις μνήμην των φόβων σου. Των γέλιων και των δακρύων σου. Των άσχημων και των όμορφων στιγμών σου. Των ονείρων και των εφιαλτών σου. Εις μνήμην. Της ζωής και του θανάτου σου. Της απουσίας σου. Της παρουσίας σου. Του πόνου σου. Της λύπης και της κάποτε χαράς σου. Εις μνήμην.
Κι αφού λοιπόν τελείωσαν οι προπόσεις κατεβάζω το ποτήρι μονομιάς. Η αγάπη δεν χάνεται, σκέφτομαι. Οι άνθρωποι μόνο φεύγουν μακριά. Αποκτούν φτερά, πετάνε, ταξιδεύουν. Χάνονται στον χωροχρόνο. Χάνονται τα όνειρα. Χάνονται οι ζωές. Μα οι αναμνήσεις μένουν πάντα ριζωμένες στην καρδιά. Όχι, δεν ζει κανείς με αναμνήσεις. Δεν ζει κανείς μόνος σε άδειο σπίτι. Δεν παλεύεται. Δεν αντιμετωπίζεται. Δεν κρύβονται τα δάκρυα πίσω από σκουρόχρωμα γυαλιά. Δεν συνηθίζονται οι ζωές αυτών που μένουν πίσω μετά την απώλεια.
Μικραίνει ο κόσμος μέρα με τη μέρα και οι ανάσες δυσκολεύουν. Το μυαλό μένει μονίμως θολωμένο και οι ζωές μοιάζουν να κουτσαίνουν στην ανηφόρα, σε μια κίνηση αργή και βασανιστική. Η καθημερινότητα αγνώριστη, ξένη, ανούσια. Η σκέψη κολλημένη. Η πόρτα δεν ανοίγει για να μπεις. Ακόμα περιμένω να φανείς. Να με φωνάξεις να τρέξω να σε πάρω αγκαλιά. Δεν ξέρεις πώς πονάει ρε γαμώτο.
Και τι δε θα ‘δινα να πίναμε μπύρες στο μπαλκόνι και να σε βλέπω να μη σηκώνεις καν δεύτερη. Να γελάγαμε. Να τραγουδάγαμε. Όχι. Όχι πια. Τα «εις υγείαν», έγιναν μονόπλευρα «εις μνήμην». Άχρωμα. Χωρίς τραγούδια, γέλια και χαρές. Χωρίς εσένα εδώ. Χωρίς κι εμένα εδώ. Τουλάχιστον όχι όπως ήμουν κάποτε.
Δεν προλάβαμε να πιούμε και πολλά μαζί. Σχεδόν τίποτα. Είμαι μικρή βλέπεις. Πολύ πιο γερό ποτήρι ήδη από εσένα. Αυτό σίγουρα δεν το πήρα από εσένα ρε μάνα. Θα ήθελα να σ’ είχα ζήσει περισσότερο σε γλέντια και χαρές. Τα τελευταία 9 χρόνια μόνο λύπες και πίκρες είχαμε. Και νοσοκομεία. Πολλά νοσοκομεία. Εις μνήμην και των νοσοκομείων λοιπόν. Του Ιπποκράτειου κυρίως.
Θα ήθελα να πάλευες για άλλες 3 αιωνιότητες, μέχρι να κέρδιζες τον γαμωκαρκίνο, μ’ εμένα πάντα στο πλευρό σου. Να σου κρατάω το χέρι όπως έκανες και συ όταν έσβηνα εγώ. Να σε τραβήξω από τον θάνατο πίσω στη ζωή. Θα ήθελα…
Θα ήθελα να ζούσαμε ξανά τα καλοκαίρια πλάι στο κύμα, με τις βουτιές μας, τα μεζεδάκια μας, τα γέλια μας. Αχ τα καλοκαίρια μας!
Εις μνήμην και των καλοκαιριών μας. Στην Σάμο και στη Νάξο. Εις μνήμην των γενεθλίων σου. Των επετείων σου. Εις μνήμην σου ρε μαμά. Κι ας μη σε θυμάται κανένας άλλος πια. Εσύ έχεις εμένα. Πάντα θα με έχεις. Θα σε κρατάω εγώ ζωντανή. Θα σε θυμάμαι εγώ για δυο και τρεις ζωές. Και πάντα όταν θα πίνω κάτι, θα κάνω την ίδια πρόποση για σένα…
«ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ» ρε μάνα…Εις μνήμην.

 

Αναστασία Νάρη