Δεν ξέρω αν θέλω να γράψω αυτό το κείμενο. Νιώθω όμως, ότι πρέπει να το κάνω. Σκέφτηκα να εφαρμόσω το γνωστό μου κόλπο. Να “ντύσω” φανταστικούς ήρωες με τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου. Δεν θα έχει όμως έτσι την ίδια αξία θαρρώ. Παίρνω έτσι μια βαθιά ανάσα, μαζεύω το θάρρος μου και ξεκινάω δηλώνοντας ευθαρσώς πως ότι διαβάσετε παρακάτω, δεν είναι μυθοπλασία. Δυστυχώς δεν είναι μυθοπλασία… Είναι για την ακρίβεια όλα εκείνα, που με έναν λίγο επώδυνο τρόπο, με έκαναν τον άνθρωπο που είμαι σήμερα. Είμαι λοιπόν η Πουκαρίνα και μπορεί να μην είμαι Κινεζάκι, όπως λέει ο τίτλος, αλλά είμαι ένα ημίαιμο Γιαπωνεζάκι που 38 χρόνια τώρα, έχω βιώσει όλα τα φάσματα και τις εκφάνσεις του ρατσισμού.

Η ιστορία ξεκινάει από παλιά. Από ένα δημοτικό σχολείο κάπου στον Πειραιά. Από μερικές συμμαθήτριες μου, που όταν ήθελαν να με πειράξουν, με αποκαλούσαν “παλιοκινέζα”. Που στα διαλείμματα τραγουδούσαν σε συγχορδία “Είσαι Κινεζάκι; Τρως πολύ ρυζάκι; Πόσες κουταλίτσες;” Ενίοτε άλλαζαν ρεπερτόριο και έπιαναν “το μια κολυμβήτρια Κινέζα, ρίχνει βουτιά στη μαγιονέζα”. Την αγαπούσα τη Λιλιπούπολη, και ακόμα την αγαπώ, αλλά αυτό το αναθεματισμένο τραγουδάκι, ακόμα μαγκώνομαι μέσα μου όποτε το ακούω. Δεν ήταν τα λόγια όμως, ήταν ο τρόπος που λεγόντουσαν. Ήταν ο περίγελος και η κοροϊδία που κρυβόταν πίσω από “αθώα’ παιδικά τραγούδια.

Και ύστερα ήρθε η εφηβεία. Μεγαλύτερο σχολείο, μεγαλύτερα παιδιά. Θα έλεγες πως εδώ το πράγμα θα άλλαζε. Και άλλαξε… Πλέον το πρόβλημα μου δεν ήταν οι συμμαθητές μου. Αυτοί με αγαπούσαν μέσα στη διαφορετικότητα μου. Οι καθηγητές όμως… Δεν θα αναφέρω το όνομα σου. Δεν αξίζεις για να το αναφέρω. Θα αναφέρω μόνο τα λόγια σου. “Δεσποινίς Δαμαλίτη λυπάμαι, ο κύριος Ξενόπουλος δεν είχε μεριμνήσει ρόλο για Γιαπωνέζες στο έργο του”. Αυτό μου είχες πει όταν σε είχα ρωτήσει γιατί μόνο εγώ δεν συμμετείχα στο θεατρικό του τμήματος μου. Αλλά τη χάρη δεν στην είχα κάνει. Τα κλάματα δεν τα είχα βάλει μπροστά σου. Άραγε κατάλαβες εκείνη τη στιγμή πως μια μόνο πρόταση σου ήταν ικανή να με γεμίσει με ανασφάλειες και πικρία, που χρειάστηκε πολλή δουλειά για να καταφέρω να ξεφορτωθώ; Κακία πλέον δεν σου κρατάω, αλλά δεν ξεχνάω.

Ευτυχώς τα φοιτητικά μου χρόνια είχαν υπάρξει αναίμακτα. Εκτός από χαζά περιστατικά που με έκαναν να γελάω, τίποτα που να μου κόστισε. Μάλλον και εγώ μεγάλωνα. Ωρίμαζα. Πλέον η διαφορετικότητα μου δεν ήταν τόσο βαρύ φορτίο. Μάλλον είχαν δυναμώσει οι πλάτες μου και άντεχαν τους υπαινιγμούς. Πολλές φορές μάλιστα το αντιμετώπιζα με κυνισμό.
-Από που είσαι;
-Από τον Πειραιά
-Αποκλείεται να είσαι από το Πειραιά! Έλα πες μου! Κίνα, Ταϊβάν, Μογγολία;
-Από τα Καμίνια σου λέω είμαι.
-Και έχει στο Πειραιά σχιστομάτηδες;
-Φυσικά και έχει! Βρωμάει ο τόπος από μας.

Στοίχημα πάω πως ο συνομιλήτης μου τότε θα έψαχνε για ώρες συνοικία Καμίνια κάπου στην Ασία. Διότι μόνο όταν πουλάς τρέλα, τη βγάζεις με κάτι τέτοιους καθαρή.

Και πάνω που ένιωθα άτρωτη, πάνω που νόμιζα πως είχα καταφέρει να περάσω το εαυτό μου με μια γερή δόση τεφάλ, πήρα ακόμα ένα χαστουκάκι. Πρωτοδιοριζόμενη άκουσα το επικό “που ήρθατε εσείς οι ξένοι και πήρατε τις θέσεις των παιδιών μας”. Δεύτερη διορίστηκα στην λίστα της προκήρυξης μου. Δεύτερη γιατί το πτυχίο μου ήταν “άριστα”! Το πτυχίο που απέκτησα σε μια ελληνική σχολή την οποία τελείωσα μισό χρόνο νωρίτερα. Αξιοκρατικά και με διαύγεια (αν δεν το πιστεύεις, χέστηκα) βρήκα τη δουλειά μου και όχι γιατί είχα μπάρμπα στην Κορώνη. Και όμως, επειδή είχες μάθει να ζεις μέσα στο ρουσφετιλίκι, σε έτσουζε που πλέον στο δημόσιο ο κόσμος δεν έμπαινε από την μπαλκονόπορτα. Βρήκες λοιπόν τον πιο αδύναμο κρίκο, και την έπεσες σε εκείνον. Γιατί το διαφορετικό, ακόμα και στην Ελλάδα του μιλένιουμ, ήταν και το πιο τρωτό.

Το ξεπέρασα όμως και αυτό. Στις παλιές μου σαγιονάρες. Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, αλλά δεν φέρνει και τη βαρυχειμωνιά. Και συνάντησα και άλλον κούκο όταν πήρα μετάθεση για την επαρχία. Το “παλιοκινέζα” έπαιξε πάλι από συνάδελφο, που έχει πλέον ξεκουμπιστεί, γιατί υπάρχει Θεός ακόμα και για εμάς τους “ξένους”. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήμουν δέκα, αλλά τριάντα. Και η “παλιοκινέζα” ήταν πλέον παλιά στο κουρμπέτι. Έστειλα έτσι με το πουλάκι που έπαιζε το ρόλο του διαμεσολαβητή/καλοθελητή την εξής κορυφαία απάντηση. “Να το πάρει λίγο δεξιά στο χάρτη. Έπεσε κάμποσα χιλιόμετρα και μερικές χώρες έξω, πες της. Παλιογιαπωνέζα να λέει, να μην φαίνεται και αγεωγράφητη!” Ε; Καλό; Τότε πάντως είχα μείνει πολύ ικανοποιημένη για την απάντηση μου.

Για ακόμα μια φορά λοιπόν, νόμιζα πως το είχα κλείσει το κεφάλαιο. Αφού μπορούσα και διαχειριζόμουν τις καταστάσεις, μάλλον είχα κλείσει τις πληγές. Αμ δε! Έγινα μάνα του δειλινού καμπάνα και έκανα ένα αγοράκι μπουκιά και συχώριο. Ένα παιδάκι αντικειμενικά (ναι αντικειμενικά, έχεις κάποιο πρόβλημα;) κουκλάκι ζωγραφιστό με ελαφρά σχιστά ματάκια, που θα κάψει πολλές καρδιές στο μέλλον. Ένα παιδάκι που από νωρίς του μίλησα για το 1/4 διαφορετικότητας που κουβαλάει. Που προσπάθησα να του εξηγήσω πως πρέπει να είναι περήφανος για τη γιαγιά του. Που δεν το απέκοψα από τη γονιδιακή κληρονομιά του. Που τρώει σούσι και γλύφεται από δύο χρονών. Γιατί η δική του γιαγιά κάνει γαμάτο σούσι ΚΑΙ γαμάτο παστίτσιο. Είναι δύο σε ένα και συμφέρει. Και το όπλιζα, και το ατσάλωνα και πίστεψα πως αυτό το 1/4 δεν θα είναι αρκετό για να μου το πληγώσουν. Αλλά μου το πλήγωσαν… Και πίστεψε με αυτό ήταν που πόνεσε περισσότερο από όλα τα παραπάνω.

“Δεν θέλω να έρχεται η γιαγιά να με παίρνει από το σχολείο. Με φωνάζουν Κινέζο! Και εσένα σε κοροϊδεύουν μαμά τα παιδάκια. Η μάνα σου η Κινέζα, μου λένε. Και ούτε θέλω να λέω πως τον σκύλο μας τον λένε Γιούκι. Θα λέω πως τον λένε Αζόρ και ας είναι κορίτσι”, τον άκουσα να μου λέει κλαίγοντας μια μέρα και μαύρισε το σύμπαν γύρω μου. Τόσος δρόμος για να γυρίσω πάλι στην αφετηρία; Δεν θέλετε να σας γράψω αυτά που σκέφτηκα εκείνη την ημέρα… Ένας κινητός θυμός ήμουν. Μια ωρολογιακή βόμβα που αν έκανε μπαμ, θα με ξέρατε ήδη από τις ειδήσεις. Δεν με “απασφάλισα” όμως. Αν το είχα κάνει τότε, όλη η διαδρομή μέχρι εκείνο το σημείο θα ήταν μάταια. Πήρα έτσι για ακόμα μια φορά βαθιά ανάσα και αγκάλιασα το παιδί μου. Με επιμονή και υπομονή το έκανα να σταματήσει να νιώθει ντροπή επειδή είναι ξεχωριστό, επειδή είμαστε ξεχωριστοί. Ακόμα το δουλεύουμε παρέα, και σε πείσμα μιας νοοτροπίας που δεν θα καταλάβω τελικά ποτέ, είμαστε ακόμα εδώ περήφανοι και χαμογελαστοί.

Σήμερα λέει είναι η παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού. Δεν γράφω λοιπόν για εσάς που θέλετε τον “ψόφο” των ξένων. Εσάς ακόμα και λοβοτομή τελικά να σας κάνω, γιατρειά δεν παίρνετε. Γράφω για εσάς που είστε σαν εμένα. Για εσάς που είστε από άλλη χώρα, που έχετε μια αναπηρία, που είστε οι “χοντροί” της παρέας σας, που είστε αλλόθρησκοι, που είστε ομοφυλόφιλοι, που είστε απλά διαφορετικοί. Γράφω για εσάς εγώ, που είμαι από το ίδιο στρατόπεδο, για να σας πω, πως αν όλοι εμείς οι “διαφορετικοί” μαζευτούμε, νομίζω παίζουμε μπάλα χαλαρά και άνετα τους “φυσιολογικούς”. Ξέρω καλά και στο μεδούλι μου πόσο δύσκολο είναι αυτό το γαμημένο “αγκάλιασε τη διαφορετικότητα σου” όπως βλέπετε, όμως δεν τσουλάει η ζωή κι αλλιώς. Και να θυμάστε πάντα κάτι. Μπορεί να υπήρξαν δέκα που σας πλήγωσαν ανεπανόρθωτα, στον αντίποδα όμως υπήρξαν και εκατό που σας αγάπησαν γι αυτό που είστε. Είναι προσβολή λοιπόν προς εκείνους να νιώθετε πικρία.

Και έτσι για να δικαιώσω και το τίτλο, να σας πω για αποφώνηση “πως ναι ρε φίλε είμαι Κινεζάκι και τρώω πολύ ρυζάκι!” 😉