Τα Χριστούγεννα ήταν πάντα η αγαπημένη μου γιορτή. Μου άρεσε και χρειαζόμουν αυτή τη δόση μαγείας στη ζωή μου. Τη ζεστασιά από τα φωτάκια. Την αλλαγή στη μονοτονία και την ρουτίνα. Τα πολύχρωμα στολίδια. Τις διακοπές από σχολειό και διαβάσματα. Τις βόλτες στους στολισμένους δρόμους και τις λαμπερές βιτρίνες. Την αναμονή του δώρου το πρωί των Χριστουγέννων. Τον Άγιο Βασίλη. Η παραμονή πρωτοχρονιάς. Οι στόχοι για το νέο έτος. Τα καινούρια όνειρα. Τα βεγγαλικά που κάνουν τον νυχτερινό ουρανό να θυμίζει κάτι από παραμύθι. Ακόμα και μεγαλώνοντας, αυτή η παιδική χαρά και η προσμονή δεν μου έφυγαν. Ίσα ίσα, μεγάλωναν και αυτά μαζί με εμένα.

Όλα αυτά μέχρι τα 17. Μία παραμονή πρωτοχρονιάς. Ένα μεσημέρι. Ένα χτύπημα τηλεφώνου που άλλαξε τα πάντα.

Ας ξεκινήσω όμως την ιστορία από λίγο πιο πριν. Τα Χριστούγεννα κύλησαν ήρεμα. Οικογενειακά. Μία μέρα μετά, βγήκα για καφέ με 2 φίλες στην ίδια περίπου ηλικία. Αποφασίσαμε να κάνουμε μια “τρέλα”. Να πάμε την παραμονή πρωτοχρονιάς, να πούμε τα κάλαντα. Να βγάλουμε κάνα έξτρα χαρτζιλικάκι να πάμε να το ξοδέψουμε σε σκιές, μάσκαρες και κραγιόν. Ναι 17 χρόνων μουλαρίτσες, θα βγαίναμε με τριγωνάκια να πούμε τα κάλαντα. Θα πηγαίναμε στη Γλυφάδα για να έχουμε κοντά και τα μαγαζιά για μετά. Από την παραγωγή στην κατανάλωση που λένε. Θα μας πήγαινε ο μπαμπάς μου που ήταν ο μόνος διαθέσιμος μπαμπάς για πρωινές βόλτες εκείνη την περίοδο.

Έτσι και έγινε λοιπόν. Το πρωί της παραμονής, μας έβαλε και τις τρεις στο αυτοκίνητο και μας πήγε στη Γλυφάδα. Εκείνος θα συνέχιζε και θα πήγαινε σε ένα κτηματάκι που είχαμε, να περάσει την ώρα του. Του άρεσε πολύ να ασχολείται με αυτό το κτηματάκι. Το φρόντιζε μόνος του. Κλάδευε, όργωνε, πότιζε. Φρόντιζε τα δεντράκια και ερχόταν κοντά στην φύση που τόσο αγαπούσε. Τον χαιρέτισα βιαστικά και κατέβηκα όλο χαρά από το αυτοκίνητο. Τα πράγματα πήγαν ακριβώς όπως τα είχαμε σχεδιάσει. Βγάλαμε αρκετά χρήματα, τα οποία τα επενδύσαμε την ίδια στιγμή σε ρούχα και καλλυντικά. Γυρίσαμε σπίτια μας με το λεωφορείο αργά το μεσημέρι.

Λίγη ώρα μετά το τηλέφωνο χτύπησε και έτρεξα όλο χαρά να το σηκώσω, νομίζοντας ότι είναι κάποια από τις φίλες που πηρέ να συνεχίσουμε την κουβεντούλα και να σχολιάσουμε πόσο μας πάνε τα νέα μας αποκτήματα. Όμως, στην άλλη άκρη της γραμμής, ήταν μια αντρική φωνή που με πολύ έντονο ύφος μου είπε ότι θα έπρεπε να ντρεπόμαστε που αφήσαμε τον μπαμπά μου να πάει μόνος του στο κτήμα και ότι ο μπαμπάς μου εκείνη την ώρα πέθαινε. Είπε και άλλα, άλλα εγώ είχα σταματήσει να ακούω και να καταλαβαίνω. Είχα μείνει παγωμένη και ανέκφραστη. Η μαμά μου δίπλα μου, μου άρπαξε το τηλέφωνο όταν κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και μίλησε αυτή μαζί του. Δεν ξέρω τι είπαν. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι μόνο ένα ασθενοφόρο που δεν πήγε πότε. Ένα ταξί που μας πήγε κλαμένες στο νοσοκομείο. Μια πόρτα να κλείνει στα μούτρα μου χωρίς όμως να έχει προλάβει να μου κρύψει το θέαμα που έκρυβε πίσω της. Τον μπαμπά μου. Ότι είχε μείνει. Ότι προσπαθούσαν να σώσουν από μία φρέζα που του έκλεψε ότι πρόλαβε. Το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μας, που έπρεπε να κάτσω μετά και ήταν γεμάτο αίμα, αφού τελικά με αυτό τον πήγαν στο νοσοκομείο. Το αίμα του μπαμπά μου.

Η ώρα πέρασε και σε λίγο θα αλλάζαμε χρονιά. Πήγα στο κυλικείο του νοσοκομείου να πάρω κάτι να πιω. Μια μικρή τηλεόραση έδειχνε το εορταστικό πρόγραμμα. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Δέκα, εννιά, οχτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δυο, ένα… ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ!!!

Ένας καινούριος χρόνος που δεν μπήκε με αγκαλιές και φιλιά, δίπλα σε ένα φωτεινό δέντρο, σε κάποιο στολισμένο σπίτι, με χαμόγελα και φωνές ευτυχίας. Μπήκε, σε ένα άδειο κυλικείο νοσοκομείου, με ψυχρό φωτισμό και κανένα στολίδι. Με καμιά φωνή χαράς να ακούγεται από γύρω, παρά μόνο μια απέραντη σιωπή. Με καμιά ελπίδα και κανένα όνειρο. Μόνο με φόβο, αγωνία και τύψεις γιατί δεν ήμουν εκεί να τον σώσω.

Πέντε μήνες μετά και μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα στην πορεία της υγείας του και αφού φυσικά δεν συνήρθε πότε, ο μπαμπάς μου έφυγε. Μας άφησε. Τα φώτα έσβησαν. Η μαγεία και το χρώμα χάθηκαν.

Τα Χριστούγεννα που ήρθαν, στόλιζα πάντα. Όσο πιο πολύ μπορούσα. Προσπαθούσα να βάλω και πάλι το φως στην καρδιά μου. Να αγαπήσω τα Χριστούγεννα ξανά. Να πάψω να τα κατηγορώ για ότι μου στέρησαν. Να πάψω να τρέμω την αντίστροφη μέτρηση. Να χαμογελάσω στην αλλαγή αντί να κλαίω όλη μέρα. Μπορεί να έφυγε πέντε μήνες μετά, εγώ όμως τον έχασα εκείνη την παραμονή πρωτοχρονιάς. Και για χρόνια κατηγορούσα το εαυτό μου για τα σ’ αγαπώ που δεν πρόλαβα να του πω. Για τον βιαστικό χαιρετισμό στο αυτοκίνητο. Γιατί τον άφησα να πάει στο κτήμα εκείνη την ημέρα. Γιατί με ένοιαζαν μόνο τα κραγιόν που θα έπαιρνα. Γιατί ήμουν χαρούμενη. Γιατί δεν το ένιωσα.

Χρόνια μετά ήρθε η κόρη μου στη ζωή. Η κόρη μου που πηρέ δύο ονόματα. Το ένα από αυτά, του παππού που δεν πρόλαβε, δεν είχε την τύχη να γνωρίσει. Γεννήθηκε λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα μετά από πολύ πόνο και κόπο, άλλα αυτό είναι ιστορία για μια άλλη φόρα.

Ξαφνικά οι μπάλες του δέντρου πήραν και πάλι χρώμα. Τα φώτα άναψαν. Η μαγεία γύρισε στην ψυχή μου. Δεν είναι ότι ξέχασα. Ότι δεν μου λείπει. Ότι δεν δακρύζω κάθε τέτοια μέρα. Όμως τώρα ελπίζω ξανά. Και νιώθω, ότι ένα μικρό του κομμάτι, είναι και πάλι μαζί μου. Μαζί μας. Και θα είναι για πάντα.

Η κόρη μου θα μάθει για τον υπέροχο παππού που είχε, μέσα από τις ιστορίες που θα της πω εγώ. Είμαι σίγουρη ότι θα τον αγαπήσει γιατί ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και για εμένα, ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου.