«Πάρε την Ερμιόνη».
Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του πατέρα μου. Όχι «Πάρε την Άννα». Την Ερμιόνη. Πάντα την Ερμιόνη.
Από τότε που ήμαστε μικρές, η Ερμιόνη ήταν πρώτη. Σε όλα. Στη σειρά γέννησης, στο σχολείο, στην ωριμότητα, στην τελειότητα. Πάντα πρώτη. Κι η Άννα, πάντα δεύτερη. Σε όλα. Στην προτίμηση, στην εκτίμηση, στα ρούχα από δεύτερο -τι πρωτο-τυπο- χέρι.
Πάντα δεύτερη. Έτσι και στον θάνατο του πατέρα μου. Ήρθα δεύτερη. Όταν κατάλαβε ότι πέθαινε, ήθελε την Ερμιόνη δίπλα του. Εκείνη θα ήξερε τι να κάνει. Εκείνη θα του έλεγε τα σωστά λόγια. Εκείνη θα τον έσωζε.
Τελικά, ούτε εκείνη κατάφερε να τον προλάβει, πόσο μάλλον να τον σώσει. Και παρόλο που πάντα την ανταγωνίζομαι, παρόλο που πάντα τη ζηλεύω, παρόλο που πάντα θα προσπαθώ να της μοιάσω, πάντα θα την κατηγορώ που δεν πρόλαβε. Γιατί η Ερμιόνη ίσως και να κατάφερνε να τον σώσει.
Αφού τον κηδέψαμε, η Ερμιόνη αποφάσισε πως έπρεπε να χαρίσουμε τα πράγματα του. Εννοείται ότι δε με ρώτησε. Τα βιβλία, τις πίπες, τα καλάμια, τα εργαλεία, τα κιβώτια με τις εφημερίδες – το αρχείο, όπως τα έλεγε – όλα έπρεπε να χαριστούν. Κι έμεινε μόνο εκείνη η λάμπα.
«Η λάμπα δεν πάει πουθενά. Να την κρατήσουμε ενθύμιο» είπα αποφασιστικά. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, συμφώνησε. Τώρα γιατί δεν ήθελε τα βιβλία του για ενθύμια, που θα τα διάβαζε κιόλας, μη με ρωτάς. Άβυσσος.

«Πάρε την Ερμιόνη».
Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του πατέρα μου. Όχι «Πάρε την Άννα». Την Ερμιόνη. Πάντα την Ερμιόνη.
Από τότε που είμαστε μικρές, πάντα ήμουν πρώτη. Πρώτη στις παρατηρήσεις – «Μην καπνίζεις, εσένα βλέπει η μικρή και κάνει ό,τι κάνεις» – πρώτη στις ευθύνες – «Πρόσεχε την Άννα, εσύ είσαι μεγάλη τώρα», πρώτη στο αβάσταχτο βάρος του προτύπου.
Έτσι και στον θάνατο του πατέρα μου. Πρώτη γιατί είμαι ψύχραιμη, υπεύθυνη, έξυπνη, αποφασιστική, έτοιμη να κάνω το σωστό απλά και μόνο επειδή το ξέρω. Πάντα.
Αφού τον κηδέψαμε, αποφάσισα να χαρίσουμε όλα του τα πράγματα. Τα βιβλία, τις πίπες, τα καλάμια, τα εργαλεία, τα κιβώτια με τις εφημερίδες – το αρχείο όπως τα έλεγε – όλα έπρεπε να χαριστούν. Δεν άντεχα να τα βλέπω – ειδικά τα βιβλία του, που τόσες και τόσες φορές τα είχα διαβάσει και ευχαρίστως θα τα διάβαζα άλλες τόσες. Δεν άντεχα να ξέρω ότι θα μπορούσε όλο αυτό να έχει αποφευχθεί αν είχα προλάβει. Αν ήμουν εκεί. Αν είχα επιβεβαιώσει τον τίτλο της πρώτης και τέλειας κόρης αυτή την μοναδική φορά που αυτός ο τίτλος ήταν τόσο σημαντικός. Φυσικά δεν ρώτησα την Άννα. Είναι τόσο δεμένη με τα πράγματα, που δε θα ήθελε να δοθεί τίποτα.
«Η λάμπα δεν πάει πουθενά. Να την κρατήσουμε ενθύμιο» είπε η Άννα αποφασιστικά. Και κούνησα το κεφάλι μου. Τώρα, γιατί την λάμπα και όχι τις εφημερίδες που θα μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει για τις κατασκευές της, μη με ρωτάς. Άβυσσος.

Λίγο καιρό αφότου πέθανε η Παρασκευή, πήρα τα κορίτσια και πήγαμε Θάσο. Βρήκαμε ένα ωραίο δασάκι δίπλα στη θάλασσα, στήσαμε τα καλάμια και στρώσαμε τις κουβέρτες για να ξαπλώσουν.
Η Ερμιόνη γκρίνιαζε για το σκληρό έδαφος, τις πευκοβελόνες, τα μαμούνια!! Πάντα φοβόταν τα μαμούνια και με μεγάλη απόλαυση τα πατούσε καλά καλά, μην τυχόν και ζήσουν από σπόντα. «Δεν τα λυπάσαι;» τη ρωτούσε η Άννα. «Τα λυπάμαι αλλά αν έρθουν πάνω μας, τι θα κάνουμε; Αν μπλεχτούν στις μπούκλες σου, πως θα τα βγάλουμε;» απαντούσε όλο φόβο ή μεγάλη μου.
Η Άννα δεν είχε τέτοια θέματα. Όταν ήταν μικρή, έπιανε ζωντανές κατσαρίδες και κυνηγούσε την Παρασκευή μέσα στο σπίτι! Άφοβη αλλά τόσο ευαίσθητη κι ευάλωτη, τόσο διψασμένη για αποδοχή, γεννημένη σπουργιτάκι που έτρεχε να χωθεί στις αγκαλιές μας όταν «οι κόσμοι» την πείραζαν για τα μπουκλωτά μαλλιά της.
Ξάπλωσαν δίπλα δίπλα και έβαλα ανάμεσα τους την λάμπα κηροζίνης που παίρνω μαζί μου «στα ψαρέματα», που έλεγε κι η συγχωρεμένη. Η Ερμιόνη διάβαζε, ως συνήθως, και η Άννα ψαλίδιζε ένα φύλλο εφημερίδας. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένες, με το φως της λάμπας να τις γλυκαίνει – αν είναι δυνατόν – ακόμα περισσότερο, μου θύμιζαν εκείνο το καλοκαίρι που ήταν πιτσιρίκες και κάναμε camping με τον αδερφό μου.
Δεν ήθελαν να κοιμηθούν κι ο Στρατός τους έβαλε την λάμπα ανάμεσα τους και τους είπε πως ήταν αυτή μια μαγική λάμπα, που ο παππούς είχε κάνει δώρο στους δυο μας, και πως φώτιζε μόνο για τα αδέρφια, γιατί ήξερε η λάμπα λέει, να αναγνωρίζει την αληθινή αγάπη των αδερφών όπου κι αν βρίσκονταν, είτε μαζί είτε χωριά, είτε αγαπημένα είτε μαλωμένα, είτε μικρά είτε μεγάλα και κατάφερνε πάντα να τα φέρνει κοντά, να νιώθουν την αγάπη τους και να μη φοβούνται.
Και κοιμήθηκαν τα κορίτσια μου στρωματσάδα, όπως τότε που ήταν μικρά, στο φως της μαγικής τους λάμπας.