«Γιατί την έφερες εδώ;»
Ο Νίκος κατσάδιαζε την Δέσποινα, επειδή εκείνη είχε έρθει στο κλαμπ μαζί με την Σωτηρία. Το πρόβλημα του Νίκου ήταν πως περίμενε να περάσει ένα χαλαρό βράδυ μαζί με τον φίλο του τον Γιώργο και την κοπέλα του, και η Σωτηρία ήταν το τελευταίο άτομο που θα μπορούσε να τους κάνει να ευθυμήσουν.
«Έλα, Νίκο, ηρέμησε», είπε η Δέσποινα. «Η Σωτηρία είναι φίλη μου και περνά μια δύσκολη περίοδο. Είναι καλό που ήρθε εδώ, να διασκεδάσει μαζί μας. Έτσι δεν είναι, Γιώργο;»
«Ναι, σίγουρα. Έλα, Νίκο, χαλάρωσε». Σκούντησε τον Νίκο και χαμογέλασε πονηρά. «Ίσως σήμερα φανώ τυχερός κι εγώ».
Ο Νίκος δεν του έδωσε σημασία. Κοιτούσε την Σωτηρία, η οποία ήταν μαζεμένη και έτοιμη να βάλει τα κλάματα, ως συνήθως. «Γιατί ήρθες εδώ, γαμώτο;» τη ρώτησε. «Εσύ δεν θες να διασκεδάζεις».
«Νίκο», πετάχτηκε η Δέσποινα.
«Δεν πειράζει», είπε η Σωτηρία. «Έχει δίκιο, άλλωστε. Δεν είμαι καλή παρέα».
«Στα λόγια μου έρχεσαι. Γιατί δεν φεύγεις, λοιπόν;»
«Νίκο!»
«Άσε με, Δέσποινα. Κοίτα την». Έδειξε με μια απότομη κίνηση την Σωτηρία. «Πώς διάολο θα περάσουμε καλά με αυτήν;»
«Αν είχες περάσει ό,τι συνέβη σε μένα, δεν θα μίλαγες έτσι», είπε η Σωτηρία.
«Ωραία, τώρα θα βγάλει λόγο», την ειρωνεύτηκε ο Νίκος.
Ο Γιώργος μπήκε στη μέση. «Σωτηρία, θέλεις να σου φέρω ένα ποτό; Τι θα ήθελες;»
«Κώνειο», παρενέβη ο Νίκος. «Με πάγο».
Η Σωτηρία χαμογέλασε θλιμμένα και κούνησε το κεφάλι της.
«Νίκο, σε παρακαλώ, σταμάτα», είπε η Δέσποινα.
«Άσε με, μωρέ κι εσύ! Έφερες το πιο καταθλιπτικό άτομο που υπάρχει στην παρέα μας. Σου έχω πει ότι δεν τη θέλω να με γυροφέρνει. Μου προκαλεί πονοκέφαλο. Κοίτα την, γαμώτο! Ένα βήμα πριν την αυτοκτονία είναι».
«Νίκο! Γαμώτο, κόφτο!»
«Ρε μαλάκα, τι λες;» είπε ο Γιώργος. Συνήθως, δεν αντιμιλούσε στον Νίκο, αλλά τώρα ένιωθε κι αυτός πως ο φίλος του παραφερόταν. «Πας καλά; Η Σωτηρία είναι πολύ καλό παιδί».
«Σε ευχαριστώ, Γιώργο», είπε η Σωτηρία. «Αλλά τα έχω συνηθίσει. Τις βρισιές, τους εξευτελισμούς. Συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια».
Η Δέσποινα πέρασε το χέρι της γύρω από τους ώμους της Σωτηρίας. «Έλα, μη κάνεις έτσι, Σωτηρία. Απλά κάποιοι άνθρωποι είναι μαλάκες ώρες-ώρες». Κοίταξε φευγαλέα τον Νίκο. «Είχες μερικές ατυχίες. Αυτό δε σημαίνει…»
«Όχι, Δέσποινα. Έπαψα να το πιστεύω αυτό όταν με άφησε ο Σπύρος. Τα πηγαίναμε τόσο καλά… Κι όμως, με άφησε. Όπως όλοι».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Εγώ είμαι εδώ. Κι ο Γιώργος το ίδιο. Και ο Νίκος, λέει μερικές βλακείες, αλλά δεν τις εννοεί». Κοίταξε τον Νίκο με αυστηρό βλέμμα. «Έτσι δεν είναι, Νίκο;»
«Όχι, δεν είναι έτσι, μωρό μου. Η φίλη σου έχει πρόβλημα. Σοβαρό. Δε γουστάρω να μπλέκομαι σε προβλήματα σαν αυτά της φίλης σου. Γιατί, βλέπεις, Σωτηρία», πλησίασε από την άλλη πλευρά, «έχω συναντήσει άτομα σαν κι εσένα. Στο σχολείο ειδικά, είχαμε τόσους losers που έχανες το μέτρημα. Νόμιζες πως δεν είμαστε σχολική τάξη, αλλά… ξέρω κι εγώ, σαν αυτά τα γκρουπ που πάνε οι χαμένοι για να παρηγορηθούν, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν τη ζωή. Γιατί η ζωή είναι δύσκολη, Σωτηρία. Και, λυπάμαι που το λέω, η ζωή δεν είναι για άτομα σαν κι εσένα».
«Νίκο, τι λες, που να πάρει η οργή!» φώναξε η Δέσποινα.
Η Σωτηρία κοιτούσε τον Νίκο κατάματα.
«Γιατί», συνέχισε ο Νίκος, «άτομα σαν κι εσένα φοβούνται τη ζωή. Δεν μπορούν να αντέξουν τις δυσκολίες, τις αποτυχίες, τις απορρίψεις. Δεν αξίζετε να ζείτε. Μας πάτε πίσω, μας κλέβετε τον αέρα, γαμώτο. Εγώ θέλω να ζήσω. Εσύ όχι. Το ξέρεις και μέσα σου το παραδέχεσαι, όσο κι αν δεν το θέλεις».
«Ρε μαλάκα, ηρέμησε», είπε ο Γιώργος.
Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της Σωτηρίας.
«Φοβάσαι να ζήσεις, Σωτηρία», είπε ο Νίκος. «Φοβάσαι να ζήσεις».

Κανείς δεν μίλησε για λίγο.
Έπειτα η Σωτηρία είπε: «Νομίζεις πως φοβάμαι να ζήσω; Αυτό νομίζεις;»
«Όχι, δεν το νομίζω. Το ξέρω».

Η Σωτηρία ένευσε. «Έχεις δίκιο. Φοβάμαι να ζήσω». Σκούπισε τα δάκρυά της. «Αλλά πες μου κάτι, Νίκο». Έπιασε το μπουκάλι της μπίρας από το τραπέζι και το κοπάνησε στο κεφάλι του Νίκου, ο οποίος έπεσε βογκώντας στο πάτωμα. «Εσύ φοβάσαι να πεθάνεις;»
Πριν προλάβουν να τη σταματήσουν, η Σωτηρία έπεσε πάνω στον Νίκο, με το μπουκάλι που είχε σπάσει σχεδόν μέχρι τη μέση και είχε γίνει αιχμηρό. Έβαλε την άκρη του στο μάγουλο του Νίκου και επανέλαβε: «Φοβάσαι να πεθάνεις, Νίκο;»
Εκείνος ένευσε αρνητικά. «Όχι. Γιατί δεν θα με σκοτώσεις. Δεν έχεις τα κότσια».
Η Σωτηρία έσφιξε τα δόντια της. Σήκωσε το μπουκάλι και ουρλιάζοντας χάραξε τον Νίκο στα μάγουλα και στο μέτωπο. «Τι λες τώρα, Νίκο;»
Εκείνος χαμογέλασε όσο μπορούσε και ένευσε αρνητικά.

Η Σωτηρία πέταξε το μπουκάλι και χρησιμοποίησε τις γροθιές της. Τον χτύπησε στο σαγόνι, στη μύτη, στο πλάι του κεφαλιού. Στο στήθος. Μανιασμένα, φωνάζοντας ακατάληπτα πράγματα. Δεν έδινε σημασία στους πόνους που ένιωθε στις αρθρώσεις των χεριών της, παρά συνέχιζε και συνέχιζε και συνέχιζε.
Και ο Νίκος παρέμενε ήρεμος.
Ώσπου η Σωτηρία εξαντλήθηκε. Σταμάτησε. Ανέπνεε γρήγορα. Η καρδιά της φτεροκοπούσε.
«Όλα καλά, Σωτηρία», είπε ο Νίκος.
Όχι, όχι, δεν ήταν η φωνή του Νίκου αυτή.
Η Σωτηρία κοίταξε και είδε πως κάτω από το σώμα της ήταν ο γείτονάς της, ο κύριος Μανόλης, ο συνταξιούχος ψυχοθεραπευτής, τον οποίο φρόντιζε επειδή εκείνος δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει στα ογδόντα πέντε του. Το πρόσωπό του ήταν αγνώριστο, μες τα αίματα. Η μύτη και το σαγόνι είχαν αποκτήσει μια περίεργη κλίση, αφύσικη. Το γερασμένο σώμα του ψυχοθεραπευτή έτρεμε και ο ίδιος ανέπνεε από το στόμα και έβηχε.
Κι η Σωτηρία ένιωθε αγαλλίαση.
«Όλα καλά, Σωτηρία», επανέλαβε με δυσκολία ο Μανόλης. «Είσαι ελεύθερη πλέον».
Και, μα την αλήθεια, ένιωθε ελεύθερη. Όλη η ένταση που αισθανόταν για χρόνια είχε εξανεμιστεί. Τα αγκάθια που είχαν μπηχτεί στο σώμα της είχαν βγει. Οι σκέψεις περί αυτοκτονίας φάνταζαν τελείως παράλογες πια.
Ο ηλικιωμένος, λες και διάβασε τις σκέψεις της, ένευσε καταφατικά. «Μπορείς να ζήσεις, Σωτηρία. Μπορείς να διασκεδάσεις. Να ερωτευθείς ξανά. Δεν φοβάσαι πια να ζήσεις, σωστά;»
«Ναι», ψέλλισε η Σωτηρία. «Μα τι έκανα…; Τι…;»
«Ελευθερώθηκες. Ελευθερώθηκες».
«Μα εσείς…»
«Χαίρομαι που σε βοήθησα, Σωτηρία. Σε ευχαριστώ που μου ανοίχτηκες. Σε ευχαριστώ».
Η Σωτηρία δεν ήξερε τι να πει.