Η Ελινά κάθισε μπροστά από το φωτεινό χριστουγεννιάτικο δέντρο αγκαλιάζοντας σφιχτά τα γόνατά της. Κοίταζε τις ζεστές γεμάτες ελπίδα φλόγες στο τζάκι. Στην αριστερή τσέπη του τζιν της είχε κλείσει το γράμμα προς τον Άι Βασίλη Μία λευκή κόλλα η οποία απέκτησε ζωή με τις λέξεις της όμως παρέμενε καλά φυλαγμένη μόνο για τα δικά της μάτια.
Στιγμιαία γύρισε και είδε τη Νάντια και το Ζοζέ πού ετοίμαζαν το τραπέζι χαμογελαστοί. Το νεαρό κορίτσι με τα ξανθά σγουρά μακριά μαλλιά αλλά και τα μελαγχολικά γαλάζια μάτια κρατούσε ακόμα πολλές επιφυλάξεις. Τα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής της ήταν πολύ ταραγμένα για να ελπίζει σε ένα θαύμα. Γεννήθηκε σε ένα σπίτι γεμάτο ανεπιθύμητους ανθρώπους και ενέργειες. Μία μητέρα που κάθε βράδυ ταξίδευε σε μονοπάτια σκοτεινά ψάχνοντας λίγες δεκάρες για τη δόση της και ίσως αν περίσσευαν και για ένα μηδαμινό πιάτο φαγητού που θα μοιραζόταν με την Ελινά. Πατέρα δεν είχε συναντήσει ποτέ. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Όταν πήγαινε σχολείο, στο δημοτικό έβλεπε τα άλλα παιδιά χαμογελαστά, παρατηρούσε τους γονείς που έδιναν ενα αποχαιρετιστήριο φιλί πριν αυτά μπουν μέσα στην αυλή και ήθελε τόσο πολύ να το νιώσει κι εκείνη αυτό το φιλί. Το κράτημα από το χέρι, έναν άνθρωπο να της χαϊδεύει τα μαλλιά ή και καμιά φορά να της κρατά την τσάντα. Ένα ζεστό φαγητό, καθαρά ρούχα.
Η μητέρα της δεν ήταν βίαιη απλά ήταν μία γυναίκα χαμένη που ήθελε βοήθεια και δεν είχε τη δύναμη να τη ζητήσει. Μέχρι που πριν τρία χρόνια, συνελήφθη για κατοχή και χρήση απαγορευμένων ουσιών και βρέθηκε γρήγορα στη φυλακή. Τότε η ζωή της Ελινά έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Μπήκε στο γυμνάσιο. Ένιωθε τις αλλαγές στο σώμα της στη διάθεσή της στα διαβάσματά της, στις συναναστροφές της και δυστυχώς στη ζωή της. Δύο ανάδοχες οικογένειες ενδιάμεσα ανέλαβαν να την κρατήσουν. Προσωρινά. Δεν περνούσε όμως καλά. Δεν έλαβε ποτέ το φιλί που ήθελε, δεν κάθισε ποτέ κανείς μαζί της να την ακούσει. Ναι συνήθως ήταν ένα σιωπηλό κορίτσι που ανυπομονούσε όμως να της πει κάποιος ένα αστείο, κάτι ευχάριστο για να σκάσει ένα μικρό χαμόγελο. Βράδια ατελείωτα στο κρεβάτι τα δάκρυά της έτρεχαν ποτάμι. Δεν ήταν θυμωμένη απλά ένιωθε μοναξιά. Είχε καθαρά ρούχα, ζεστό φαγητό όμως μία ζεστή αγκαλιά και ένα φιλί έλειπαν. Τα καινούρια περιβάλλοντα της πρόσφεραν τυπικά μία στέγη. «Μέχρι να βρεθεί μία λύση» της είχε πει η Μαριάν η κοινωνική λειτουργός η οποία παρακολουθούσε ένα παιδί δυστυχισμένο αλλά και αυτή εγκλωβισμένη πίσω από τη γραφειοκρατία και τους κανόνες έψαχνε ένα παραθυράκι.
Ώσπου κάποια ημέρα έφτασε στα χέρια της Μαριάν ο φάκελος ενός ζευγαριού που ήθελε να υιοθετήσει ένα παιδί στην εφηβεία. Μελέτησε καλά το φάκελο η λειτουργός. Αναρωτιόταν βέβαια για το λόγο που η Νάντια και ο Ζοζέ Περόν ήθελαν ένα μεγάλο παιδί και όχι ένα νεογέννητο. Τέτοια αιτήματα έρχονταν κατά καιρούς, όχι συχνά, συνήθως από ανθρώπους που δεν είχαν δυνατότητα να τεκνοποιήσουν αλλά ήλπιζαν να δώσουν ευκαιρία σε παιδιά που ήταν ήδη αρκετό καιρό μόνα τους να έχουν μία δεύτερη ευκαιρία δυναμική στη ζωή. Να τα βοηθήσουν να βρουν ένα σωστό δρόμο και να μη τριγυρνούν από τη μία οικογένεια στην άλλη. Μέσα στην αστάθεια. Αυτές ήταν οι προθέσεις και του ζευγαριού αυτού.
Ήταν ιδανική ευκαιρία για την τόσο συναισθηματικά ταλαιπωρημένη Ελινά να βρει μια σταθερότητα παράλληλα όμως ουδέποτε τέθηκε θέμα μόνιμης υιοθεσίας της από μία οικογένεια καθώς η μάνα είχε ακόμα δικαιώματα επάνω στο παιδί. Οπότε το αίτημα για την Ελινά πιθανότατα και να μην ολοκληρωνόταν. Η μητέρα επρόκειτο να βγει σε ένα χρονικό διάστημα σχετικά σύντομο, με αβέβαιη εξέλιξη. Παρόλα αυτά η Μαριάν κατέθεσε το φάκελο στο δικαστήριο και ζήτησε να δοθεί προσωρινά επιμέλεια στην οικογένεια Περόν εξετάζοντας την προσαρμογή του παιδιού στην οικογένεια, σε περίπτωση υιοθεσίας στο μέλλον. Η μητέρα ήταν ενήμερη, παραδόξως όμως πολύ αδιάφορη για την εξέλιξη. Κι έτσι βρέθηκε η Ελινά μαζί με τους Περόν.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων θα ερχόταν κόσμος στο σπίτι. Η Ελινά σηκώθηκε από το ζεστό πάτωμα και ρώτησε ευγενικά τη Νάντια αν χρειάζεται σε κάτι βοήθεια. Η νεαρή γυναίκα πλησίασε το κορίτσι και χάιδεψε τις μπούκλες της. Η Ελινά χαμογέλασε. Η Νάντια τη χάιδευε και την αγκάλιαζε συχνά και έβρισκε πάντα χρόνο για να μιλήσουν για τις ανησυχίες της, για το σχολείο αλλά και για τον Τομά. Το αγόρι που έμενε μερικά τετράγωνα πιο κάτω και πήγαιναν στο ίδιο σχολείο. Ίσως την ερχόμενη εβδομάδα να κανόνιζε να τους πάει στο σινεμά και για φαγητό. «Το μόνο που μπορείς να κάνεις για να με βοηθήσεις είναι να σε βλέπω γελαστή. Και θα κάνω τα πάντα για να είσαι ανθισμένη. Ξέρεις μου θυμίζεις λίγο τον εαυτό μου στην ηλικία σου. Όλο προβλήματα ήμουν κι εγώ, μέχρι που όλα ξεδιάλυναν στο τοπίο». Η Ελινά δεν ήξερε σε τι αναφερόταν η Νάντια αλλά ήταν σίγουρη ότι θα της εξηγούσε κάποια στιγμή. Άλλωστε το συνήθιζε. Της άρεσε να της μιλάει για τα πάντα.
Η Ελινά ήταν προβληματισμένη όμως. Για πρώτη φορά στη ζωή της έβλεπε κι εκείνη ένα φως μέσα στη συννεφιά της ζωής της. Κι όμως. Κι όμως φοβόταν ότι κάτι θα συμβεί κι εκείνη θα επέστρεφε σε μία μίζερη ζωή που προ πολλού είχε αφήσει και δεν ήθελε πια ούτε να θυμάται. Είχε μιλήσει πάρα πολλές φορές στη Μαριάν για αυτό. Έφτασε κάποια φορά μάλιστα να τη θερμοπαρακαλέσει να πείσει τη μαμά της να την αφήσει να μείνει εκεί Ναι την αγαπούσε τη μητέρα της αλλά όχι σαν μάνα. Ίσως σαν μία φιγούρα κοντινού ανθρώπου. Στο σπίτι αυτό όμως Νάντια και ο Ζοζέ ήταν η πηγή της. Το νερό. Η ενέργεια. Η ελπίδα. Η σταθερότητα. Ήταν το δικό της σπιτικό. Και δεν ήθελε να το χάσει. Δεν την ένοιαζαν ούτε τα υλικά αγαθά ούτε τα μεγαλοπρεπή τραπέζια. Μόνο μία ευκαιρία ήθελε. Ήθελε να μείνει εδώ για πάντα.
«Μη με πουλήσεις Άι Βασίλη. Δεν μπορεί να δίνεις υλικά αγαθά σε όλους και να μην ακούς τη δική μου φωνή. Δε θέλω να ξοδευτείς. Σου ζητώ μόνο να είμαι εδώ. Δε θα θέλω να ξαναφύγω. Βρήκα το σπίτι μου που το έψαχνα από τότε που γεννήθηκα.»
Ήταν επτά το βράδυ και το κουδούνι της εξώπορτας κουδούνισε. Οι καλεσμένοι θα έρχονταν σε μία ώρα και ο Ζοζέ αναρωτήθηκε. Ίσως να ήταν οι γείτονες ίσως και η ομάδα του Φαμέκ που τραγουδά κάλαντα το βράδυ της παραμονής. Άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε μπροστά του έναν άντρα μεγάλης ηλικίας με τη φόρμα του ταχυδρομείου. Εντυπωσιάστηκε ο Ζοζέ από την εμφάνιση του ανθρώπου. Θα έλεγε κανείς ο Άι Βασίλης φτυστός.
«Ζοζέ Περόν; Καλησπέρα σας παραλαβή επείγοντος φακέλου από το εφετείο του Νανσύ.» Ο Ζοζέ κοίταξε τον άντρα στα μάτια και βούρκωσε. Η Ελινά βρέθηκε στο άκουσμα ακριβώς πίσω από το Ζοζέ και εντυπωσιαστηκε με τον άντρα που παρέδιδε το φάκελο. Ο ηλικιωμένος υπάλληλος κοίταξε το νεαρό κορίτσι, χαμογέλασε ζεστά και της έκλεισε το μάτι. «Καλά Χριστούγεννα!»
Ο Ζοζέ με τρεμάμενα χέρια κοίταξε το φάκελο. Τα χέρια έτρεμαν μεν, το υπόλοιπο σώμα του είχε κοκαλώσει δε. Η Νάντια πλησίασε το Ζοζέ σκουπίζοντας τα χέρια της στην πετσέτα της κουζίνας.
«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ!» για πρώτη φορά, ίσως να ήταν και η τελευταία φορά, ύψωσε τον τόνο της φωνής της η Ελινά ενώ ο Ζοζέ σαν να έβγαινε από ύπνωση σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε το κορίτσι.
Τα δάκτυλά του τράβηξαν το χαρτί από το φάκελο ώστε να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο. Ένα μάτσο από πολλά χαρτιά μαζί ξεπρόβαλλαν. Ο Ζοζέ ήταν τόσο ανυπόμονος να διαβάσει την τελική απόφαση που ξέφυγε εντελώς από την πρώτη σελίδα και τον τίτλο «Αίτημα Υιοθεσίας» και ξεφύλλισε μέχρι που έφτασε στην τελευταία σελίδα. Διάβασε τον επίλογο. Έκλεισε τα έγγραφα και κοίταξε στον ουρανό με ένα βλέμμα σκεπτικό. Κατέβασε μετά τα μάτια του στην Ελινά και τη ρώτησε.
«Πιστεύεις στον Αγιο Βασίλη; Εγώ δεν σταμάτησα ποτέ! Και σήμερα ήρθε αποκλειστικά για εσένα! Μου φαντάζει ωραίο το Ελινά Περόν. Εσένα;» Η Ελινά του χάρισε το πιο μεγάλο και το πιο ζεστό χαμόγελο που έβγαλε ποτέ. Η ψυχή της δε θα πονούσε ποτέ πια.