Κατστίτσε, Ουγγαρία 1604

Ο τελευταίος επιθανάτιος ρόγχος του συζύγου της, γέμισε με απόλυτη ικανοποίηση την Ελίζαμπεθ. Επιτέλους ήταν απόλυτα ελεύθερη από τα δεσμά του γάμου της. Τράβηξε το χέρι της απότομα, από εκείνο του πλέον νεκρού συζύγου της και χωρίς να πει κουβέντα στους υπηρέτες, που σιγόκλαιγαν πάνω από το κρεβάτι, βγήκε από το δωμάτιο.

Στον διάδρομο, συνάντησε τον οικογενειακό γιατρό που ερχόταν για τον σύζυγο της. Έσκυψε το κεφάλι και προσποιήθηκε την θλιμμένη. Ο άντρας, της προσπέρασε με γρήγορα βήματα και κατευθύνθηκε στην κάμαρα του νεκρού.

Η λαίδη Μπάθορι, τάχυνε το βήμα της. Μία άγρια λαχτάρα άρχισε να σιγοκαίει μέσα της. Το σάλιο στο στόμα της, γινόταν ξινό από επιθυμία. Κατέβηκε τις σκάλες φουριόζα μέχρι που έφτασε στο υπόγειο του κάστρου. Έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά, από την τσέπη του φορέματος της και ξεκλείδωσε την σιδερένια πόρτα.

Η βαριά μυρωδιά την χτύπησε στα ρουθούνια. Το αίμα, τα κάτουρα και ακαθαρσίες, δημιουργούσαν μια απερίγραπτη δυσωδία, που σίγουρα θα προκαλούσε τον εμετό σε πολλούς ανθρώπους. Όχι όμως για εκείνη. Αντιθέτως, την απολάμβανε.
Έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα πίσω της. Αφαίρεσε όλα τα ρούχα από πάνω της, έλυσε τον σφιχτό κότσο των μαλλιών της, αφήνοντας τα να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους και την πλάτη της και προχώρησε στο εσωτερικό του δωματίου. Στον αντικρινό τοίχο, αλλά και στον διπλανό του από αριστερά, κρέμονταν από βαριές αλυσίδες που ξεκινούσαν από το καφασωτό που υπήρχε στο ταβάνι, νεαρές, ημιλιπόθυμες κοπέλες. Τα γυμνά, μωλωπισμένα σώματα τους, λικνίζονταν απαλά.
Ο εναπομείναντα τοίχος, ήταν γεμάτος με ράφια και κρεμάστρες. Πάνω τους, βρίσκονταν κάθε λογής εργαλεία βασανισμού. Όλα ακονισμένα και καθαρισμένα στην εντέλεια. Στο κέντρο του δωματίου, υπήρχε μια πορσελάνινη μπανιέρα με χρυσή βρύση και σκαλιστά ποδαράκια.

Η λαίδη Μπάθορι, πήρε ένα μικρό μαχαίρι, με κυρτή λάμα από το ράφι και πλησίασε μία από τις κοπέλες. Ήταν κοντούλα και καλοκαμωμένη, με έντονες καμπύλες και ανοιχτόχρωμο δέρμα. Τα μαύρα της μαλλιά, κρέμονταν ένα κουβάρι γύρω από το πρόσωπο της. Τα δάχτυλα της Ελίζαμπεθ διέτρεξαν το γυμνό κορμί της κοπέλας, από πάνω μέχρι κάτω. Την ένιωσε να αναδεύεται κάτω από το απαλό άγγιγμα της και να ριγεί. Το δέρμα της ανατρίχιασε. Τα μάτια της άνοιξαν απαλά και την κοίταξαν.
«Σου αρέσει;» την ρώτησε η λαίδη.
«Όχι» κατάφερε να ψελλίσει η κοπέλα.
Η Ελίζαμπεθ γέλασε.
«Ψεύτρα. Σε όλες σας αρέσει. Μπορώ να μυρίσω την λαχτάρα σου, να νιώσω πόσο έτοιμη είσαι για μένα»
«Μη» την παρακάλεσε η κοπέλα.
Η Ελίζαμπεθ δεν την άκουσε. Συνέχισε να χαϊδεύει το γυμνό, βρώμικο κορμί και να πιπιλάει το δέρμα. Τα δάχτυλα της, χώθηκαν στο εφηβαίο της κοπέλας και άρχισαν να κουνιούνται ρυθμικά. Το κορίτσι βογκούσε και τραβούσε μανιασμένα τα δεσμά του. Τα χείλη της λαίδης, έκλεισαν γύρω από την αριστερή ρώγα της κοπέλας που ήταν ήδη ορθωμένη. Την δάγκωσε δυνατά και την ρούφηξε ακόμα δυνατότερα, οδηγώντας το θύμα της στην κορύφωση. Τότε με μια γρήγορη, φευγαλέα κίνηση, έκοψε την ρώγα που είχε ακόμα στο στόμα της.

Η μελαχρινή κοπέλα ούρλιαξε από τον αφόρητο πόνο. Η λαίδη την μάσησε με ευχαρίστηση και την κατάπιε. Πλησίασε το στόμα της στην πληγή και ήπιε από το αίμα που έτρεχε. Τα δάκρυα του κοριτσιού, έσταζαν στα μαλλιά της Ελίζαμπεθ.
Σαν χόρτασε την λαχτάρα που είχε φουντώσει μέσα της, άρπαξε τα πόδια του κοριτσιού και την έσυρε πίσω της. Η αλυσίδα έβγαλε έναν περίεργο ήχο, καθώς περνούσε από τις ειδικές υποδοχές του καφασωτού. Η λαίδη Μπάθορι, άφησε την κοπέλα να κρέμεται, ακριβώς πάνω από την πορσελάνινη μπανιέρα. Μπήκε μέσα και στάθηκε όρθια.

Με το κυρτό της μαχαίρι, άρχισε να κάνει βαθιές χαρακιές στο δέρμα του θύματος της, καθώς εκείνο σπάραζε και ούρλιαζε από πόνο. Οι υπόλοιπες κοπέλες, ξύπνησαν από το λήθαργο τους. Τα αναφιλητά τους, αναμειγνύονταν με τις κραυγές του κοριτσιού και γέμιζαν την αίθουσα. Η λαίδη Μπάθορι γελούσε υστερικά ενώ χάραζε και πετσόκοβε την νεκρή πλέον κοπέλα, λαχανιάζοντας από την προσπάθεια.

Όταν τελείωσε με το αποτρόπαιο έργο της, βυθίστηκε στην μπανιέρα. Το αίμα του θύματος της, τύλιξε το δέρμα της, ενώ όσο είχε μείνει ακόμα στο άψυχο κουφάρι, έσταζε από πάνω της. Πλύθηκε και λούστηκε στο κόκκινο υγρό, απολαμβάνοντας την αίσθηση που άφηνε στο δέρμα της και την αψιά μυρωδιά του, που έφτανε στα ρουθούνια της. Ένιωσε και πάλι νέα, δυνατή, ισχυρή. Μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ότι λαχταρούσε η καρδιά της.

Οι υπόλοιπες κοπέλες γύρω της έκλαιγαν ακόμα. Τα παρακάλια τους, έφταναν στα αυτιά της λαίδης σαν την πιο γλυκιά μουσική του κόσμου. Άπλωσε τις χούφτες της και έβρεξε το πρόσωπο της με το φρέσκο αίμα. Το ήπιε λαίμαργα, κατεβάζοντας μεγάλες γουλιές που της έκαιγαν τον λαιμό. Γέλασε με τα καμώματα της και μάλωσε τον εαυτό της που ήταν τόσο άπληστος.

«Καλύτερα να φυλάξουμε και για αργότερα» είπε, ενώ έβγαινε από την μπανιέρα της.
Το αίμα έσταξε στο πάτωμα. Οι πατούσες τις άφησαν κόκκινα ίχνη πάνω του, καθώς κατευθυνόταν προς την πόρτα.
«Και τώρα, ας πάω να αποχαιρετήσω τον πολυαγαπημένο μου σύζυγό» είπε χαμογελαστά και διέσχισε γυμνή και καλυμμένη με αίματα, τον διάδρομο.

 

https://el.wikipedia.org/wiki/Ελισάβετ_Μπάθορι