Το βάρος της ευγνωμοσύνης είναι ούτως ή άλλως, μεγάλο.

Το να χρωστάς χάρη, το να οφείλεις κάπου, επειδή βοηθήθηκες, επειδή εξυπηρετήθηκες, επειδή σου χαρίστηκε κάτι, ή σου δανείστηκε, ή σου επετράπη κάπου, κάτι – σου τριβελίζει το μυαλό, θες να ανταποδώσεις, να πεις ευχαριστώ, να προσφέρεις και συ με τη σειρά σου!

Όποιος χρωστάει, νιώθει τον ίσκιο του ευεργέτη του βαρύ. Ούτως ή άλλως.

Από την άλλη, όποιος δίνει ποτέ ένα χέρι βοηθείας σ’ έναν φίλο, σ’ έναν γνωστό, σ’έναν παντελώς πανάγνωστο, συνήθως το κάνει είτε για τη ψυχή της μάνας του, είτε προσδοκώντας να επωφεληθεί από την πράξη του. Τα κίνητρα πάντα αποκαλύπτονται σύντομα.

Το να προσφέρεις κάτι, περιμένοντας ανταλλάγματα είναι τίμιο. Με την προϋπόθεση πως ο ωφελούμενος γνωρίζει για αυτό το αλισβερίσι, όχι να νομίζει πως κάτι του χαρίστηκε και εκ των υστέρων να του ζητηθεί να το πληρώσει με κάποιο τρόπο. Βέβαια, στην περίπτωση που εξυπηρετείς κάποιον για ίδιον όφελος, δε μιλάμε για καλή πράξη, αλλά για συναλλαγή. Τίμιο.

Ερχόμαστε όμως στην περίπτωση που έδωσες σ’ έναν άνθρωπο ένα ποτήρι νερό. Μια σταγόνα από το αίμα σου. Δυο ψίχουλα από το ψωμί σου. Πέντε δευτερόλεπτα από τον χρόνο σου. Αν πρόσφερες σε κάποιον μια κουβέντα ενθάρρυνσης όταν είχε λυγίσει, ένα φιλικό σπρώξιμο στη πλάτη όταν φοβήθηκε να προχωρήσει, αν έκανες τα στραβά μάτια σ’ ένα λάθος κάποιου του και δεν τον κατακεραύνωσες – αν του χαμογέλασες με νόημα, εννοώντας “εδώ είμαι εγώ”, αν τον χειροκρότησες σε μια μικρή του επιτυχία, αν του έγνεψες “δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά” σε ένα στραβοπάτημα του…
Αν έκανες κάτι από αυτά για κάποιον, χωρίς να περιμένεις κάτι, χωρίς να καρτερείς να στο ανταποδώσει, ίσως Κάποιος, κάπου, σημειώνει.

Πες τον Θεό αν Τον πιστεύεις, πες το κάρμα, πες το σύμπαν, πες το φυσική ροή πραγμάτων. Κάπου, σημειώνεται.

Φήμες λένε πως το χαρτί που σημειώνονται όλα αυτά, σου έρχεται σα λογαριασμός στο τέλος. Τόσα έκανες, τόσα έδωσες, τόσα χρωστάς καλέ μου φίλε. Όσα περισσότερα πρόσφερες, για όσα περισσότερα δε ζήτησες ποτέ αντάλλαγμα, αυτά σου αφαιρούνται από το σύνολο του βάρους της ψυχής σου. Και οι ψυχές όλων μας, ζυγίζουν πολλά κιλά, κάθε γραμμάριο που φεύγει, κάνει πιο ανάλαφρη την αύρα που κουβαλάμε. Φήμες λένε πως το φορτίο που αναγράφεται στο χαρτάκι εξόδου, όταν πας να δεις να ραδίκια ανάποδα, δείχνει πόσο ζημιάρης υπήρξες τα 2 λεπτά που πάτησες στη γη. Όσο πιο ελαφρύς, τόσο πιο ήσυχος – φήμες το λένε, όχι εγώ!

Πρόσεξε τώρα, δώσε βάση τι θα πω! Εδώ λοιπόν υπάρχει μια παγίδα.

Κάνεις την καλή σου πράξη, ναι; Κάνεις το καλό και το ρίχνεις στο γιαλό. Βοηθάς. Έτσι ρε φίλε, για τη ψυχή της μάνας σου, από την καλή σου την καρδιά.

Ποτέ ΠΟΤΕ ποτέ, μη γυρίσεις να διεκδικήσεις δάφνες! Ποτέ μη ζητήσεις αναγνώριση, ποτέ μην περηφανευτείς γι’ αυτό, ποτέ μην το κάνεις επιτηδευμένα. Θα σου γυρίσει μπούμερανγκ, αυτομάτως γίνεται συναλλαγή, αυτομάτως ΜΟΛΙΣ ΞΕΠΛΗΡΩΘΗΚΕΣ για την αγαθή σου κίνηση – οπότε…

… Οπότε φίλε μου καλέ, δεν είσαι φιλάνθρωπος. Εμπορας είσαι, ντε! Ένας τοκογλύφος! Βρήκες έναν άνθρωπο σε ανάγκη, του έκανες καλό και έτρεξες να εισπράξεις. Κανένα κάρμα σου δεν αλάφρωσες, κανέναν Θεό σου δεν ευχαρίστησες, κανείς Άγιος Πέτρος δε θα σου χαριστεί ποτέ.
Το βάρος του να χρωστάει κάποιος όταν βοηθήθηκε, το νιώθει. Το ξέρει πως χρωστάει, το αναγνωρίζει.
Αν μπορέσει, θα στο ξεπληρώσει. Αν του το χτυπήσεις όμως, θα είναι σαν να τον φορτώνεις ακόμα περισσότερο. Αν του πεις “εγώ που έκανα ΑΥΤΟ για σένα…” τον εξευτελίζεις.

Αν κάνεις κάτι για κάποιον, ξέχνα το.

Αν πας να “εισπράξεις” , Εκείνος που σημειώνει και πιστεύεις, θα θυμώσει! Θα κάνει τις προσθέσεις και τις αφαιρέσεις Του και θα σε βγάλει υπέρβαρο. Κι όλου του κόσμου τις εκκλησίες να περπατήσεις και να Σταυροπροσκυνήσεις, Εκείνος θα έχει σφραγίσει ήδη την καρτούλα σου. Με τον αριθμό που σου αρμόζει.