Κάθεται εδώ και κανα δίωρο στο Λυκαβηττό. Εκεί που πηγαίνει πάντα όταν νιώθει πως πνίγεται και θέλει να πάρει ανάσες. Είναι Σάββατο βράδυ, έχει κόσμο γύρω της, αυτή όμως αισθάνεται ότι είναι ολομόναχη εκεί πάνω. Αυτή και οι σκέψεις της.

Κοιτάει την Αθήνα στα πόδια της. Τα φώτα λαμπερά, παράλληλες ιστορίες εκτυλίσσονται ανάμεσα σ’ αυτά τα φώτα εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Σκέφτεται πως κάπου εκεί ανάμεσα κάποιος αγκαλιάζει την κοπέλα του, κάπου δίπλα ένα ζευγάρι χωρίζει, κάπου μακριά ανταλλάσσονται φιλιά και λόγια γεμάτα πίκρα και πόνο. Παράλληλες ζωές με τη δική της.

Τραβάει μία τζούρα από το τσιγάρο της και βλέπει τη λάμψη της κάφτρας να δυναμώνει. Το νιώθει σαν σημάδι ότι κάτι πάει να φουντώσει. Δεν μπορεί, ψάχνει παντού σημάδια γύρω της, πιστεύει τόσο πολύ στα σημάδια από το σύμπαν. Τις προάλλες καθόταν στο μπαλκόνι και κοιτούσε τα αυτοκίνητα να περνούν κάτω από το σπίτι της. «Αν ανάψει το φανάρι και το τρίτο αυτοκίνητο είναι κόκκινο, θα είμαστε ξανά μαζί» είπε από μέσα της και μετά έστρεψε όλη την προσοχή της στο δρόμο από κάτω. Πόνεσαν τα μάτια της από την προσπάθεια. Να γίνει το θαύμα. Δεν έγινε. Δεν το έβαλε κάτω. «Αν περάσουν τρία λευκά αυτοκίνητα από κάτω σε ένα λεπτό, θα τον πάρω τηλέφωνο». Πέρασαν τέσσερα. Μήπως το τέταρτο ήταν ασημί; Μπορεί, δεν είδε καλά. Ήταν αφοσιωμένη στο να εύχεται. Να τον ξαναδεί. Να είναι ξανά μαζί του. Να ξανανιώσει αυτή την αγκαλιά που μέσα της βούλιαζε και ήθελε να μείνει μέσα της για πάντα.

Είχαν χωρίσει κι άλλες φορές στο παρελθόν. Μία σχέση Βατερλό την αποκαλούσε με πικρία όταν αυτός εξαφανιζόταν. Τον έψαχνε στο κινητό του. Την έστηνε κάτω από το σπίτι του και τον παρακαλούσε μέσω μηνυμάτων να κατεβεί για να μιλήσουν και να λύσουν το πρόβλημα. Πάντα υπήρχε μέσα της ο βαθύς φόβος ότι έχει πάθει κάτι, έχει σκοτωθεί με τη μηχανή του και γι αυτό δεν απαντά. Αρνιόταν να δεχτεί ότι απλά την πουλούσε για μία ακόμα φορά. Παγιδευμένος κι αυτός στις ερινύες της ψυχής του, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Φοβόταν την οργή του, της έλεγε. Χρειαζόταν χρόνο να αντιμετωπίσει το θυμό που ένιωθε από τις πράξεις της , οι οποίες ήταν τόσο μα τόσο κατακριτέες για τα δικά του δεδομένα. Την αγαπούσε βαθιά, αυτή το ήξερε και δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί. Δεν είχε λάβει ποτέ αγάπη από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να αγαπήσει έναν άλλον άνθρωπο. Μόνο αυτή μπορούσε να δει μέσα στην ψυχή του το μεγαλείο της, τα αποθέματα αγάπης που είχε και προσπαθούσε να τα βγάλει στην επιφάνεια. Δεν ήξερε τον τρόπο. Δεν ήταν ούτε αυτή έτοιμη να δεσμευτεί τόσο ολοκληρωτικά με έναν άλλον άνθρωπο, αν και δεν το ήξερε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι αυτόν τον άντρα τον λάτρευε βαθιά, ολοκληρωτικά και δεν θα τον άφηνε να βγει από τη ζωή της. Ότι η αγάπη της γι αυτόν θα θεράπευε όλα τα τραύματα που είχε υποστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το πίστευε βαθιά μέσα της, θαύματα γίνονται.

Τραβάει άλλη μία τζούρα από το τσιγάρο της. Ένα φως κάπου μακριά άρχισε να αναβοσβήνει. Μήπως αυτό είναι σημάδι; Μήπως; Ας είναι θεέ μου ένα σημάδι….

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τον γνώρισε. Τον ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή. Την ερωτεύτηκε με τον καιρό. Η αγάπη και το πάθος ανάμεσα τους ήταν τόσο δυνατά, κάτι που δεν το είχαν ξαναγνωρίσει ποτέ ξανά στη ζωή τους. Αυτή πίστεψε ότι θα ήταν για πάντα μαζί. Της είπε ότι μόνο με αυτή θα μπορούσε να κάνει οικογένεια, δεν το είχε φανταστεί ποτέ στη ζωή του. Χωρίς αυτή θα ήταν πάντα μόνος. Αυτός πίστεψε ότι αυτή θα τον σώσει. Τα τραύματα νίκησαν.

Σηκώνει το βλέμμα της στον ουρανό. Άραγε που να βρισκόταν; Έβλεπε την ίδια εικόνα μ’ αυτήν την ίδια στιγμή; Τους ένωνε το βαθύ του ουρανού πάνω από το κεφάλι τους; Του έλειπε; Τη σκεφτόταν; Έκλαιγε όπως αυτή τα βράδια που έπεφτε για ύπνο; Δεν ήξερε. Αλλά το ευχόταν. Και ψάχνει εναγωνίως να βρει το πεφταστέρι για να της το επιβεβαιώσει.

Στο μυαλό της ήρθαν εκείνες οι φορές που στεκόταν μπροστά της μετανιωμένος που την είχε αφήσει μόνη της. Έκλαιγε και της ζητούσε να είναι ξανά μαζί. Αυτή τον κοίταζε και, ενώ η ψυχή της ούρλιαζε να μην ενδώσει, άνοιγε την αγκαλιά της για να χωθεί μέσα αυτός. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς εκείνον. Ήταν ο ένας, ο μοναδικός. Ήταν η ζωή της. Πως θα κατάφερνε να ζήσει χωρίς εκείνον; Όχι, δεν γινόταν. Γι αυτό και τον δεχόταν κάθε φορά πίσω. Παρόλο που ποτέ στη ζωή της δεν είχε ξαναδώσει ευκαιρία σε άλλον άντρα μετά την αποχώρηση του από τη σχέση να επιστρέψει. Ποτέ. Κι ας την παρακαλούσαν να γυρίσουν. Κι ας της έλεγαν ότι συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτή. Δεν το επέτρεπε.

Κοιτάει το τσιγάρο της. Μία τζούρα έχει μείνει. Τόση για να τελειώσει αυτό το κεφάλαιο της ζωής της. Να το κλείσει οριστικά. Να πάψει να βλέπει σημάδια γύρω της. Να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Να συνειδητοποιήσει ότι αυτός δεν θα ξαναγυρίσει. Κι αυτή δεν θα του το επιτρέψει ξανά. Ότι αυτή η αγάπη έκανε τον κύκλο της και θα καταχωνιαζόταν ανεξίτηλα σ’ εκείνο το κομμάτι της ψυχής της σαν μυστικό που το συζητούσε μόνο με τον εαυτό της. Έπρεπε να προχωρήσει παρακάτω. Δεν ήξερε πως αλλά ήταν σίγουρη ότι θα έβρισκε τον τρόπο. Πάντα τον έβρισκε. Κι ας ένιωθε εκείνη ακριβώς τη στιγμή ότι δεν μπορούσε, δεν το άντεχε, ότι κάτι θα έλειπε από δω και πέρα μέσα στην καρδιά της, ένα τεράστιο κενό.

Κάνει την τελευταία τζούρα και σβήνει το τσιγάρο. Παίρνει μία βαθιά ανάσα. Καιρός να βγει πλέον από τον παράδρομο που βρισκόταν τόσο καιρό και να επιστρέψει στη λεωφόρο της ζωής, μαζί με τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Ρίχνει μία τελευταία ματιά στα φώτα της πόλης.

Αντίο.