Και μόνο που κοιτούσε το θλιβερό περιεχόμενο της κούπας της, αδυνατούσε να ελέγξει τον μορφασμό αηδίας που ζωγραφιζόταν αντανακλαστικά στο πρόσωπό της. Επειδή όμως ένας χάλια καφές είναι πάντα καλύτερος από τον καθόλου καφέ, ήπιε μια μεγάλη γουλιά και με πείσμα, ανάγκασε τον οισοφάγο της, να την προωθήσει στο στομάχι.

634 μέρες. 634 πρωινά η ίδια διαδικασία. Και ενώ θα περίμενε κανένας, μετά την τόση επανάληψη, η δόλια η συνήθεια να μαλακώσει την αποστροφή, εκείνη εκεί, κάθε πρωί παρούσα. Και να ήταν ο καφές ο μόνος συμβιβασμός της, κομμάτια να γίνει! Τον καφέ είχε ακολουθήσει το τσιγάρο. Με τον ίδιο μορφασμό αηδίας κοίταξε τη νίκελ, ροζ, ηλεκτρονική παπαριά που είχε πάνω στο γραφείο της. Μπορεί να ήταν μικρότερο σε σχέση με τα περισσότερα και διακριτικότερο, αλλά όποιος χριστιανός πήγε και βάφτισε αυτό το μεταλλικό έκτρωμα τσιγάρο, σίγουρα δεν ήξερε τι σήμαινει τσιγάρο για τους καπνιστές, εκτός από τα αυτονόητα, “κακή συνήθεια”, “βλαβερό για την υγεία” και μπλα, μπλα. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα και ένα σύννεφο ατμού πλημμύρισε τον χώρο αναίσχυντα και επιδεικτικά, λες και οι Iron Maiden θα έσκαγαν μύτη οσονούπω.

“Υποκατάστατα. Βολεύεσαι με υποκατάστατα. Αντικατέστησες τη ζάχαρη και το γάλα στον καφέ σου, με στέβια και γάλα αμυγδάλου. Αντικατέστησες τον καπνό και τη φωτιά, με υγρά που μυρίζουν τσιχλόφουσκα και αντιστάσεις. Πότε θα αποδεχθείς όμως, πως την αρχή την έκανες χρόνια πριν; Πότε θα αποδεχθείς πως εκείνος ο πρώτος συμβιβασμός, ήταν που σε οδηγεί στον έναν πίσω από τον άλλο; Αυτό θες; Αυτό σε καλύπτει; Δεν έχω τίποτα να δώσω. Δεν ζητάω τίποτα. Αλλά κόψε επιτέλους τις μαλακίες πως είσαι πλήρης. Μια “light” εκδοχή της ζωής σου ζεις μέσα σε μια γυάλα, που βλάπτει όσο το δυνατό λιγότερο την “ψυχική” σου υγεία.”, τον άκουσε να ξαναλέει μέσα στο κεφάλι της και η επόμενη τζούρα ήταν τόσο έντονη που το σύννεφο ατμού που έβγαλε από μέσα της, κάλυψε σαν παραπέτασμα τα πάντα μπροστά της.

Τι την ενοχλούσε περισσότερο; Ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να την κρίνει για τις επιλογές της, τόσο λίγο που τη γνώριζε; Ή ότι δυστυχώς είχε δίκιο; Ηλίθια δεν ήταν. Το ήξερε πως ένας άντρας προκειμένου να πηδήξει, ειδικά μια παντρεμένη που αντιστεκόταν, θα έλεγε τα πάντα. Οι παντρεμένες άλλωστε, για έναν παντρεμένο που περνάει κρίση μέσης ηλικίας, είναι και η πλέον ασφαλής επιλογή, το καλύτερο και ευκολότερο θήραμα. Με αυτή την επίγνωση δέχτηκε το αρχικά αθώο του φλερτ. Σιγά μωρέ το έγκλημα στην τελική. Άλλωστε αυτά τα “υποκατάστατα” που τώρα χρησιμοποιούσε εναντίον της ήταν και εκείνα που τους έφεραν κοντά, και όχι έτσι όπως εκείνος το εννοούσε. Διότι αν τον πλησίασε σε πρώτη φάση δεν ήταν για να του την πέσει, και ας κατάλαβε εκείνος λάθος. Να εισπνεύσει, έστω και παθητικά, λίγο αληθινό καπνό ήθελε. Και καθώς η γνώριμη μπόχα που τόσο λάτρευε, γαργαλούσε τα ρουθούνια της, αγαλλίασε το “είναι” της και ένας αυθόρμητος αναστεναγμός ευχαρίστησης βγήκε από το στόμα της. Ένας αναστεναγμός που ενεργοποίησε σε εκείνον άλλες οδούς…

Τρεις μήνες έτσι τώρα, έπαιζαν τη γάτα με το χρυσόψαρο. Τρεις αθώους φαινομενικά μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων, όπως ήθελε να λέει στη συνείδηση της, απλά έτρεφε την πεινασμένη γυναικεία ματαιοδοξία της. Ένα τσιγάρο δρόμος η ανασφάλεια από τη ματαιοδοξία. Γιατί αυτή ήταν η βόλτα που έκαναν καθημερινά παρέα. Τόσο διαρκούσε. Όσο ένα τσιγάρο. Εκείνος το κάπνιζε ενεργητικά, εκείνη του έκλεβε παθητικά μερικές τζούρες, αντάλλασσαν σκόρπιες κουβέντες που έλεγαν ελάχιστα και ματιές που έλεγαν περισσότερα, και ύστερα ο κάθε κατεργάρης πίσω στον πάγκο του.

Εξαρχής υπήρξαν και οι δυο ειλικρινείς. Λες και αν φωνάξεις λύκος, ο λύκος θα χαθεί… Και όλα θα μπορούσαν να τελειώσουν εδώ. Θα μπορούσε εκείνος να μην εμφανιστεί μια μέρα, εκείνη να μην εμφανιστεί την επόμενη και αυτή η ιστορία να μείνει μια ιστορία για ένα γάτο που δεν κατάφερε ποτέ να αναποδογυρίσει τη γυάλα. Το χρυσόψαρο όμως αυτής της ιστορίας ήταν ένα ελαττωματικό χρυσόψαρο. Σε αντίθεση με τα άλλα χρυσόψαρα, είχε γερή μνήμη. Γι’ αυτό και υπέφερε τόσο από τα υποκατάστατα. Γιατί ο γάτος δεν γνώριζε ότι τα υποκατάστατα τα γεννάνε συνήθως οι εξαρτήσεις και θα το έτρωγε το κεφάλι του στο τέλος.

Αποφασισμένη κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. Είχε έρθει η ώρα για τη βόλτα στην ελευθερία. Κούμπωσε το παλτό της μέχρι το λαιμό και βγήκε στον χειμωνιάτικο ήλιο. Από το απέναντι πεζοδρόμιο τον είδε να της χαμογελάει ανυπόμονα. Λες και ο χθεσινός, σχεδόν καβγάς τους δεν είχε συμβεί. “Ταλαίπωρο γατάκι”, σκέφτηκε και πέρασε γρήγορα τον δρόμο.

-Ήρθες, είπε με μια θριαμβευτική χροιά να χρωματίζει τη διαπίστωση του και άναψε το τσιγάρο που κρατούσε στα χέρια του.
-Ήρθα, του επιβεβαίωσε κοιτώντας τον κατάματα με μια έκφραση που για πρώτη φορά εκείνος δυσκολευόταν να ερμηνεύσει.
-Έ, έλα πιο κοντά τότε. Δεν δαγκώνω. Εκεί που κάθεσαι δεν σε φτάνει ο καπνός, διαμαρτυρήθηκε και έκανε να την πλησιάσει. Η αλήθεια ήταν πως σε εκείνον δεν έφτανε η δική της μυρωδιά, αλλά σιγά μην της έλεγε κάτι τέτοιο.
-Αχ βρε κακόμοιρε γατούλη… Να ξερες που έμπλεκες, αναφώνησε και πριν προλάβει εκείνος να ζητήσει εξηγήσεις, άρπαξε το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι του, τράβηξε μια μεγάλη τζούρα και πλησιάζοντας σε απόσταση αναπνοής, κόλλησε το στόμα της στο δικό του και ελευθέρωσε τον καπνό.
-Τι ήταν τώρα αυτό; ρώτησε εκείνος παραζαλισμένος και μπερδεμένος με την αιφνίδια οικειότητα της, όταν εκείνη απομακρύνθηκε, και πήρε πίσω βιαστικά το τσιγάρο του, κάνοντας την αμηχανία του ακόμα πιο έκδηλη.
-Μάλλον η αρχή του τέλους. Καλωσόρισες στη γυάλα μου γατούλη. Έπρεπε να την αναποδογυρίσεις, όσο προλάβαινες. Τώρα είναι πλέον αργά, είπε χαχανίζοντας και γυρνώντας του την πλάτη πέρασε και πάλι απέναντι.
-Αύριο θα σε δω; φώναξε με παράπονο και μόλις ξεστόμισε την ερώτηση συνειδητοποίησε πως ήταν η πρώτη φορά που τη ρωτούσε κάτι τέτοιο. Γαμώτο είχε δίκιο, κάτι είχε αλλάξει σήμερα, αλλά τι;;;
-Την ίδια ώρα, στο ίδιο σημείο. Απλά φέρε δύο τσιγάρα, του απάντησε ενώ ένα λεωφορείο περνούσε από μπροστά, εξαφανίζοντας την από το οπτικό του πεδίο. Με μια απότομη κίνηση πέταξε την ήδη σβησμένη γόπα στο βρώμικο πεζοδρόμιο και την έλιωσε με το παπούτσι του. Και όσο επέστρεφε πίσω στο γραφείο του, δεν μπορούσε να σταματήσει να αναρωτιέται, που σκατά ήξερε πως είχε ένα χρυσόψαρο και έναν γάτο που μονίμως πάλευε να αναποδογυρίσει τη γυάλα του; Πότε της το είχε πει και δεν το θυμόταν;