Ο Γιάννης κατέβηκε τις σκάλες βιαστικά. Ο σάκος με τα σύνεργα του ψαρέματος ήταν έτοιμος από βραδύς και ήθελε να ξεκινήσει πριν την ανατολή του ήλιου. Η γυναίκα του ήταν ήδη στην κουζίνα και του ετοίμαζε το θερμός με τον ζεστό καφέ, καθώς και μερικά σάντουιτς για να πάρει μαζί του. Στάθηκε λίγο στην πόρτα και την κοίταξε. Ήταν όμορφη. Παρόλο που ήταν μαζί 20 χρόνια, παρόλο που ήταν αγουροξυπνημένη και αχτένιστη, εκείνος την έβλεπε όμορφη. Όπως όταν την πρωτογνώρισε. Έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί. Πήρε τον σάκο του και έφυγε. Είχε αρκετό δρόμο μπροστά του, και ανυπομονούσε να φτάσει.

Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος, και όσο οδηγούσε άφησε την σκέψη του να ταξιδέψει στο παρελθόν. Ένιωθε πολύ τυχερός που είχε αυτή τη γυναίκα για σύντροφο, και που τον έκανε δύο φορές πατέρα. Η Κατερίνα ήταν πάντα μια δυναμική γυναίκα που κατάφερνε πάντα με μαεστρία να κουμαντάρει το σπιτικό τους και τα παιδιά τους. Εκείνος δεν επενέβαινε σχεδόν ποτέ. Της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Στο μόνο πράγμα στο οποίο είχε πατήσει πόδι, και ουσιαστικά το είχε απαιτήσει, ήταν το σκάφος. Η γυναίκα του δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο σημαντικό ήταν για εκείνον το ψάρεμα. Αυτές οι μικρές αποδράσεις από την καθημερινότητα. Όσο όμως πήγαινε κάποιο Σάββατο που τα παιδιά είχαν εξωσχολικές δραστηριότητες, ή Κυριακή που έλειπαν με τα λυκόπουλα, δεν υπήρχε πρόβλημα. Η ρήξη ήρθε όταν ανακοίνωσε ότι θα έδινε ένα αρκετά μεγάλο ποσό για να αγοράσει ένα σκάφος με καμπίνα, για να μπορεί να φεύγει ολόκληρο Σαββατοκύριακο.

Στα τόσα χρόνια έγγαμου βίου, δεν θυμόταν ποτέ ξανά να είχε υψώσει τη φωνή του. Αλλά σε αυτή την περίπτωση ένιωθε ότι τον έπνιγε το δίκιο του. Δούλευε σαν το σκυλί, πολλές φορές δέκα και δώδεκα ώρες την ημέρα, για να μπορεί η οικογένειά του να ζει με αξιοπρέπεια. Ποτέ μα ποτέ δεν μετέφερε στην Κατερίνα το άγχος του για να την πληρωμή λογαριασμών, και πάντα φρόντιζε να καλύπτει κάθε έκτακτο έξοδο, όπως τον ορθοδοντικό των αγοριών, που κόστισε μια μικρή περιουσία. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα Σαββατοκύριακο το μήνα, να φεύγει με το μικρό του σκάφος, και να γυρνάει ανανεωμένος. Στο τέλος τα κατάφερε και το πήρε. Και πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να το ρίξει στη θάλασσα, αφού ήθελε να κάνει με τα ίδια του τα χέρια τις μετατροπές που ήθελε.

Η γυναίκα του, μην έχοντας άλλο τρόπο να δείξει την δυσαρέσκειά της, επέλεξε τον δρόμο της αδιαφορίας. Συμπεριφερόταν σαν να μην υπήρχε αυτό το σκάφος. Δεν τον ρωτούσε ποτέ τίποτα, και φυσικά δεν είχε πάει στην μαρίνα να το δει. Αυτό βέβαια δεν ενοχλούσε καθόλου τον Γιάννη, αφού το θεωρούσε σαν το προσωπικό του άδυτο, και δεν ήθελε κανείς να μπαίνει μέσα. Ακόμα και την ετήσια συντήρηση την έκανε μόνος του. Τρελαινόταν στην ιδέα ότι κάποιος ξένος θα άνοιγε την πόρτα της καμπίνας. Εκεί ήταν ο χώρος του.

Πάρκαρε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, έξω από τη μαρίνα. Χαιρέτησε τον φύλακα, τον ενημέρωσε ότι θα γύριζε το επόμενο απόγευμα και του ζήτησε να έχει το νου του στο αυτοκίνητο, δίνοντάς του το καθιερωμένο φιλοδώρημα. Έφτασε στο σκάφος, κουβαλώντας το σάκο του. Ανέβηκε στο κατάστρωμα, έβγαλε τα ρούχα του και φόρεσε τη στολή που είχε φέρει μαζί του. Η δερματίνη κόλλησε πάνω στο σώμα του. Τύλιξε το λουρί γύρω από το λαιμό του. Μόνο τότε άνοιξε την πόρτα. Έπεσε στα τέσσερα. «Αφέντρα, είμαι στη διάθεσή σου» είπε, και ετοιμάστηκε για ένα ξεχωριστό Σαββατοκύριακο.