Τελικά την είχαμε δει όλοι.
Στην αρχή ήταν ο Παυλάρας, ο οποίος προσπαθούσε μέσα στον σαματά που έκαναν τα πυροβόλα, να μας περιγράψει πώς είχε χεστεί από τον φόβο του.
«Μαλάκες, σα νύφη ήτανε. Περπατούσε – τι περπατούσε, αιωρούταν – πάνω από το έδαφος, οι σφαίρες περνούσαν από μέσα της, αυτή ατάραχη, ερχόταν προς εμένα, εγώ κάγκελο, τι να κάνω;»
Το κράνος του είχε γείρει στο πλάι ενώ το όπλο τρεμόπαιζε στα χέρια του. Ο Νίκος δίπλα, του χτύπησε απαλά την πλάτη και του είπε να μιλήσει με τον δεκανέα και να γυρίσει στη βάση.
«Τα είδε σκούρα ο Παυλάρας, άρχισε από τώρα τα κουλά», σχολιάσαμε όλοι και το αφήσαμε να περάσει.
Μετά ήταν ο Στέλιος, μία νύχτα έξω από το τούνελ που περιμέναμε πεσμένοι σαν άδεια σακιά στο χώμα, και μας το εκμυστηρεύτηκε τρέμοντας.
«Μάγκες… κι εγώ, κι εγώ την είδα. Ο Παυλάρας δεν έλεγε μούφες, ήταν όπως μας την είπε. Ψηλή, λεπτή, με άσπρο φόρεμα, διάφανο πρόσωπο. Ήταν εκεί, με κοιτούσε νομίζω, δεν είμαι σίγουρος, τα ‘χασα».
Σιγοψιθυρίσαμε εμείς, συμφωνήσαμε τάχα για να μην του σαλέψει και κατεβάσαμε τα κεφάλια. Μετά τον πρώτο μήνα στα χαρακώματα δεν χάνεις μόνο περιττό λίπος από το σώμα σου, αλλά και ρανίδες λογικής από το μυαλό σου. Εγώ δεν είχα δει τίποτα, μόνο έναν βρώμικο ουρανό και μία θάλασσα από χακί.
Μέχρι που ήρθε κι ο Λιάκος.
«Την… την… με… ακούμπησε. Μαλάκες, με ακούμπησε!» προσπαθούσαμε να τον συνεφέρουμε, τίποτα ο Λιάκος, δε μπορούσε να κρατήσει το όπλο του, μύριζε κάτουρο το παντελόνι, «ήταν εκεί, σαν αερικό, πάνω από το χώμα, έμπαινε μπροστά στις σφαίρες και με κάλυπτε, άγγελος σας λέω, άγγελος!»
Τρεις άνδρες σαλεμένοι σε τρία βράδια πήγαινε πολύ. Αποφασίσαμε να το αναφέρουμε στον λοχαγό, στην τελική δική του ευθύνη ήταν να τους στείλει σπίτια τους. Δε θέλει και πολύ ο άνθρωπος, σε τέτοιες καταστάσεις, να αρπάξει γεμιστήρες και να τους αδειάσει πάνω μας.

Ο λοχαγός όμως απτόητος.
«Το μυαλό παίζει παιχνίδια, τους λείπουν τα κορίτσια τους, βλέπουν ονειρώξεις, ξεχάστε το. Σύντομα θα ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος και θα γυρίσουμε όλοι στα σπίτια μας».
Το κομμένο πούρο στην άκρη των χειλιών του τρεμόπαιζε όσο μιλούσε και τα χαρτιά μπροστά του ανακατεύονταν μέσα σε φακέλους. Γραφειοκράτης του κώλου ήταν και τον είχαν στείλει να μας κουμαντάρει μέσα στο στόμα του λύκου.
Τα επόμενα βράδια δεν την είδε κανείς. Επικρατούσε ησυχία, ανατριχιαστική ησυχία για πεδίο της μάχης. Μέχρι που την είδα κι εγώ.
Επιθεωρούσα το τουφέκι μου, σκυμμένος πίσω από έναν κομμένο κορμό δένδρου, προσπαθώντας να ξεκλέψω ελάχιστες στιγμές γαλήνης μέσα από την κόλαση. Άκουσα κλαδιά να σπάνε, άρπαξα το μισοτελειωμένο τουφέκι, έπεσα πριμιδών και προσπάθησα να κρυφτώ πίσω από μία συστάδα θάμνων. Αν ερχόταν κάνας καριόλης, θα είχα χρόνο να το συναρμολογήσω και να του την ανάψω.
Δεν ήταν όμως κάτι τέτοιο. Ήταν δύο πεντακάθαρα, γυμνά πέλματα. Σήκωσα τα μάτια, όπως το παιδάκι που κοιτάει ένα τεράστιο ζαχαρωτό, και την αντίκρισα.
Το φόρεμα της ήταν λευκό, κατάλευκο, σαν ψεύτικο. Το πρόσωπό της απροσδιόριστο, μάτια και μύτη χάνονταν και εμφανίζονταν ξανά λες και τα κάλυπτε μία παχιά στρώση αέρα. Τα χείλια της ανεβοκατέβαιναν, σε μένα μιλούσε; Δε μπορούσα να καταλάβω.
Το όπλο μού έπεσε από τα χέρια και προσπάθησα να σηκωθώ όρθιος.
«Σώτο, είσαι εκεί; Ακούς;»
Η φωνή του Λιάκου με τάραξε, κοίταξα πίσω μου να τον ψάξω, γύρισα μπροστά κι ήταν άφαντη. Σχεδόν ούρλιαξα από την απογοήτευση, ήθελα να αγγίξω το πρόσωπό της, αν δω αν είναι αληθινό, τα καθαρά πόδια της, πού είχε πάει αυτή η οπτασία;
«Σώτο, τελείωνε ρε μαλάκα, μας θέλει ο λοχαγός!»
Μάζεψα το όπλο κι έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι. Θα τους το έλεγα το βράδυ, ήταν αληθινή, υπήρχε, έπρεπε να τη βρούμε.

Ο λοχαγός βημάτιζε μπροστά μας με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Οι καθαρές του μπότες σήκωναν σκόνη πάνω στις σκισμένες και βρώμικες δικές μας. Η στολή του, σιδερωμένη λες και βγήκε από γραμμή παραγωγής. Για λίγα λεπτά δε μιλούσε κανείς, μόνο κοιταζόμασταν κι εγώ έψαχνα με το βλέμμα μου μήπως την ξαναδώ.
«Άνδρες, φοβάμαι ότι τα νέα δεν είναι καλά».
Καμία αντίδραση. Ο Παυλάρας χτύπησε ελαφρά την κάννη του όπλου του στο χώμα, ο Λιάκος σιγομουρμούριζε έναν παλιό σκοπό.
«Θα πρέπει να μείνουμε περισσότερο από το προβλεπόμενο. Το έδαφος δεν έχει κατακτηθεί ακόμα, περιμένουν πολλά από εμάς στην πατρίδα, πρέπει να τους κάνουμε υπερήφανους».
Ο Στέλιος κάθισε κάτω στα γόνατα, όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε, άνετα θα έτρωγε καμπάνα για την συμπεριφορά του, ο λοχαγός όμως δεν του έδωσε καν σημασία.
«Θα φτάσουν αύριο πολεμοφόδια, να είστε έτοιμοι, όπως και προμήθειες. Είστε η τελευταία μας ελπίδα, η επίλεκτη ομάδα που θα καταστρέψει τον εχθρό και θα φέρει τη νίκη στην πατρίδα μας και ένα σίγουρο μέλλον στα παιδιά μας».
Ο Λιάκος τελείωσε το μουρμουρητό, ξεφύσηξε δυνατά και γύρισε την πλάτη στον λοχαγό. Εκείνος, έβγαλε ένα πούρο από την τσέπη του, το άναψε μπροστά μας και φύσηξε τον καπνό προς τον άναστρο ουρανό.
Περπατήσαμε προς τις σκηνές μας, χωρίς να μιλήσει κανείς, χωρίς να σχολιάσει κανείς τα τελευταία γεγονότα. Εκεί, τους ανέφερα για την συνάντησή μου μ’ εκείνη. Με κοίταξαν όλοι, κούνησαν τα κεφάλια τους, συμφώνησαν ή διαφώνησαν δεν κατάλαβα ποτέ μου.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν σαν ξεθωριασμένη αντιγραφή των προηγούμενων. Κι άλλες μάχες, κι άλλα τρεχάματα, σκάψιμο για αναχώματα, να καθαρίζουμε τουφέκια, να μαζεύουμε κάλυκες, να τρώμε μουχλιασμένο φαγητό. Τα πρόσωπα όλων μας δεν ξεχωρίζαν από τη λάσπη κι από το ξεραμένο αίμα. Κανείς δεν νοιαζόταν να καθαριστεί, να σκεφτεί την πατρίδα, να σκεφτεί το τέλος του πολέμου. Μέχρι που έφτασε η μέρα της εφόδου.
Ο λοχαγός είχε εξαφανιστεί τις τελευταίες δύο μέρες, δεν ήξερε κανείς πού είχε πάει. Πάντως όλοι ήθελαν να κάνουμε έφοδο. Να τρέξουμε, να τους σφάξουμε όλους, να κατακτήσουμε τη βάση, να κάνουμε το οτιδήποτε αρκεί να γυρίσουμε πίσω.
Πρώτος σηκώθηκε ο Λιάκος. Ίσιωσε το παντελόνι του, όπλισε το τουφέκι του, χτύπησε συμβολικά την ντελαμώνα στο κράνος του κι έτρεξε μπροστά. Η κραυγή που έβγαλε έμοιαζε σαν να την είχε ρουφήξει το πηγάδι αλλά ήταν αρκετή για να μας ξεσηκώσει. Μετά πετάχτηκε σαν ελατήριο ο Στέλιος, ακολούθησε ο Παυλάρας ο οποίος κούτσαινε στο δεξί πόδι, μετά οι υπόλοιποι και τελευταίος εγώ. Το κεφάλι μου κοίταγε μόνο το χώμα, απέφευγα λακκούβες, πηδούσα πάνω από θάμνους, άκουγα σφαίρες, είχαν πέσει οι φίλοι μου, είχα μείνει μόνος; Δεν ήξερα.
Φαντάστηκα τα πόδια της, φαντάστηκα το λευκό φόρεμα της, φαντάστηκα το αδιόρατο πρόσωπό της. Κοίταξα ευθεία μπροστά και την είδα. Χαμογελούσε, μ’ αυτά τα απαλά και ροδαλά χείλια, παράταιρη εικόνα μπροστά στη φρίκη του πεδίου μάχης. Πέταξα το όπλο μου, τι να το κάνω πια αρκετούς είχα σφάξει, έβγαλα το κράνος μου – τι να το κάνω πια, πόσες φορές να με σώσει -, άπλωσα τα χέρια μου να την πιάσω και με την άκρη του ματιού μου είδα και τους άλλους να κάνουν το ίδιο.
Δεκάδες κουρασμένα, ταλαιπωρημένα, σκιασμένα κορμιά να απλώνουν τα χέρια μπροστά. Να θέλουν να αγκαλιάσουν, αυτήν, το κενό, ποιος ξέρει.
Και το σώμα μου έγινε ελαφρύ,
Το μυαλό μου άδειασε από κάθε σκέψη
Τα πόδια μου δεν πατούσαν πλέον γη.
Και δε μπορούσα να αρθρώσω ούτε λέξη.

Και την κρατούσα. Και με κρατούσε. Κι ο ουρανός πλέον δεν ήταν θαμπός, ούτε σκονισμένος, ούτε γεμάτος αίματα.
Αλλά καταγάλανος, με το λευκό της φόρεμα και τα πεντακάθαρα χέρια της να έχουν τυλιχτεί πάνω μου.