Παρασκευή βράδυ, 23:30 και συζητώ με την ξαδέρφη μου. Η Όλγα μας στο Παίδων με υψηλό πυρετό. Εξετάσεις και φάρμακα μέχρι να δούμε τι έχει. Και εγώ μακριά να προσπαθώ να κάνω τη μαμά της να ξεχαστεί. Ό,τι χαζομάρα έρχεται στο μυαλό την πετάω. Γιατί είπαμε. Πρέπει να κάνω τη μαμά να ξεχαστεί. Και ξαφνικά «Κλείνω. Χάνω το παιδί μου». Και ο χρόνος παγώνει. Και μένω στήλη άλατος. Και τα μάτια γεμίζουν δάκρυα. Και οι μνήμες επανέρχονται. Πάλι απο το τηλέφωνο τα άσχημα νέα. Πάλι εδώ, μακριά να μην μπορώ να κάνω τίποτα. Κοιτάω ψηλά και απλά σου μιλάω. «Ξέρεις εσύ». Από εκεί ψηλά, ρίξε μια ματιά! Από εκεί ψηλά, βοήθησε την βαφτιστήρα σου!

Η επόμενη μέρα δύσκολη. Η μικρή σε κώμα! Έτσι ξαφνικά. Έτσι ξαφνικά η ζωή απλά μεταφέρεται από το σπίτι στην εντατική. Ένας μήνας γολγοθάς. Ένας μήνας με εξετάσεις που δεν δείχνουν τίποτα. Και η μαμά να περιμένει το επισκεπτήριο να διαβάσει στη μικρή της, να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει. Και ο μπαμπάς να πηγαινοέρχεται από τη δουλειά στο νοσοκομείο να δει το κοριτσάκι του. Και τα άλλα δύο κορίτσια στο σπίτι να ρωτάνε «πότε θα έρθει η Όλγα;»

Ένας μήνας και εγώ να νευριάζω με την ξαδέρφη μου που δεν σηκώνει το τηλέφωνο, να νευριάζω που μιλάει απότομα, να νευριάζω για τα πάντα. Γιατί απλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Πονάει. Υποφέρει. Και εγώ στον «κόσμο» μου. Να μη μπορώ να σταθώ δίπλα της. Πόσο δύσκολο να πονάς για το παιδί σου και παράλληλα να πρέπει να είσαι με το «χαμόγελο» για τα άλλα δύο σου παιδιά; Πόσο δύσκολο να θες να κινήσεις γη και ουρανό και να μην μπορείς; Πόσο δύσκολο να συνειδητοποιείς πόσο μικροί είμαστε τελικά!

Και μάθαμε τι έχει. Kawasaki λέει. Ένας ιός, ένα βακτήριο, δεν ξέρω, δεν έδωσα σημασία. Επιτέλους βρέθηκε τι έχει και θα μπορέσουν οι γιατροί να το αντιμετωπίσουν. Και το αντιμετώπισαν. Οι γιατροί και η Όλγα μας. Και βγήκε από την εντατική και τώρα απλά πρέπει να μείνει κάποιες μέρες για να δυναμώσει. Και ήρθε η μέρα να τη δω. Μπαίνω στο νοσοκομείο και αντικρίζω παιδάκια. «Μα τι κάνουν εδώ; Τα νοσοκομεία δεν είναι για παιδάκια. Τα παιδάκια πρέπει να είναι στους δρόμους να παίζουν, στις παιδικές χαρές, στα σπίτια με τα παιχνίδια τους». Και κάπως έτσι σκέφτεσαι πόσο μικρά και ανούσια είναι όλα αυτά που σε νευριάζουν κάθε μέρα. Ανοίγω την πόρτα και βλέπω ένα μουτράκι ταλαιπωρημένο, αλλά χαμογελαστό.

Το Kawasaki άφησε κάποια προβληματάκια στην καρδούλα. Χάπια, εξετάσεις, όχι παιχνίδι, όχι τρέξιμο, όχι στεναχώρια. Μα πώς να πεις σε ένα παιδί 7 χρονών να μην παίξει; Να μην τρέξει; Και όμως η Όλγα άντεξε. Ναι, ήρθαν στιγμές που έκλαιγε, που ήθελε να κάνει γυμναστική, να παίξει κυνηγητό με τις φίλες της. Στιγμές που όπως ερχόντουσαν, έτσι έφευγαν και έλεγε «Δεν πειράζει, υπομονή μέχρι να γίνω τελείως καλά».

Η Όλγα μας, 6 χρόνια μετά είναι απολύτως καλά. Ένας κορίτσαρος της Έκτης δημοτικού. Τα προβληματάκια στην καρδούλα έφυγαν. Προβληματάκια μόνο ιατρικά, γιατί η καρδούλα της παρέμεινε ίδια, γεμάτη αγάπη. Μία καρδούλα που όταν τη ρώτησα « Θες να είσαι το μοναδικό παρανυφάκι στο γάμο μου;», μου απάντησε «Όχι θεία, ας είναι και η Γεωργία – Δωροθέα γιατί δεν έχουμε άλλη θεία να παντρευτεί». Μία καρδούλα που δεν θα διστάσει να υποσκελίσει τα παιδικά της «θέλω» για να συμπαρασταθεί στη φίλη της. Μία καρδούλα μοναδική!

Μακάρι να αδειάζαν τα νοσοκομεία από τα παιδάκια. Μακάρι να παίρνουμε δύναμη από τα χαμόγελά τους. Ακόμα και όταν είσαι μακριά ο πόνος είναι ίδιος. Νιώθεις ακόμα πιο μικρός και ανίκανος να βοηθήσεις, να πάρεις τον πόνο του άλλου και να τον κάνεις δικό σου. Και αν κάποιοι στις δύσκολες στιγμές είναι σκληροί, δε σημαίνει ότι δεν πονάνε. Απλά κρατάνε μέσα τους τον πόνο για να δώσουν κουράγιο και δύναμη.