Πάντοτε θυμόμουν τον κύριο Κώστα με μία τσαλακωμένη σακούλα κάτω από τη μασχάλη, γεμάτη μεταχειρισμένα CD που μόλις είχε ψωνίσει από εκείνο το παλιό μαγαζάκι στο Νιοχώρι. Με έβλεπε από μακριά, κουνούσε ζωηρά το χέρι του και μετά κατέβαζε το κεφάλι λες κι έψαχνε τίποτα στον δρόμο το μυστικό της ζωής. Είχε κατεβασμένο το βλέμμα ο κύριος Κώστας, κρυβόταν από τον κόσμο, από την ζωή και την ευτυχία…

Οι φήμες γύρω από το όνομά του μπερδεμένες. Είχε ξεμείνει στο νησί μετά το διαζύγιό του με μία ντόπια, αρνούμενος να αφήσει τα παιδιά του πίσω και να φύγει για την πρωτεύουσα. Δύο μαγαζιά είχε φτιάξει, δύο μαγαζιά νυχτερινά τα οποία όμως δεν στέριωσαν. Είχε νοικιάσει ένα, ξεχασμένο από τον Θεό, δυάρι στο Μόντε Σμιθ με μοναδικό καλό να βλέπει το ηλιοβασίλεμα πρώτος απ’ όλους. Ούτε κοιμόταν πολύ ο κύριος Κώστας. Άνοιγε τα παραθυρόφυλλα, έβγαζε δειλά το κεφάλι του έξω κι έμενε εκεί για ώρες. Μ’ έναν κρύο καφέ στο χέρι. Και τη μουσική να παίζει από το κασετόφωνο.
Αυτή η μουσική… αιώνιος σύντροφός του. Σε γλέντια; Μουσική. Σε καταθλιψάρες; Μουσική. Σε δουλειές, σε χαλάρωση, μαζί με ένα βιβλίο, μαζί με παρέα, πάντα μουσική. Την πρώτη φορά που είχα επισκεφτεί το σπίτι του, βρήκα το διαμέρισμά του από την Αρβανιτάκη που τραγουδούσε στη διαπασών και πλημμύριζε την πολυκατοικία. Είχα πάει να του κάνω μαθήματα στον υπολογιστή. Ετοιμαζόταν για μία μεγάλη δουλειά, μου ‘λεγε, μία δουλειά που αν την έπαιρνε θα μπορούσε να μείνει παραπάνω στο νησί και να συνεισφέρει στα παιδιά του.

Πονούσε ο κύριος Κώστας, πονούσε και το μαρτυρούσε το ποτήρι με το ποτό που άδειαζε και γέμιζε δίπλα του. Με έπιανε από τους ώμους, με κοιτούσε μ’ εκείνο το λυπημένο βλέμμα και μου ‘λεγε «Νίκο μου, θα με μάθεις τα κομπιούτερ ε; Τα θέλω για τη δουλειά μωρέ. Πρέπει να την πάρω, Νίκο. Πρέπει».
Και του τα έμαθα. Φορούσε εκείνα τα βαριά, κοκάλινα γυαλιά του, έσκυβε μπροστά και σημείωνε με κάτι ωραία, μεγάλα γράμματα σε ένα παλιό μπλοκάκι. Από πίσω να παίζει μουσική… πάντα. Ό,τι έμαθα γύρω από το Ελληνικό τραγούδι το έμαθα από εκείνον. Τη μελαγχολία του Σωκράτη, την έκρηξη του Θανάση, την απλότητα της Μελίνας.
Κι όταν τον ρωτούσες τον κύριο Κώστα ποιος καλλιτέχνης του αρέσει περισσότερο, σου απαντούσε «Όσοι τραγουδάν με την καρδιά τους, αγόρι μου. Μόνο αυτοί μου αρέσουν, μόνο αυτούς ακούω».

Κάποιες φορές, όταν έφτανε το Σαββατοκύριακο που θα έβλεπε τον γιο του, μου ζητούσε βοήθεια για να φτιάξει μακαρονάδα να φάνε παρέα. Όσα σκάμπαζε στη μουσική και στα ποτά, τόσα δεν έπιανε στην κουζίνα. Ακόμα και την σάλτσα άνοστη την έκανε. Όλα, όμως, τα έφτιαχνε με λίγη φέτα. Μπορεί να μην είχε ψωμί και νερό το σπίτι του, αλλά φέτα θα είχε.
«Πάρε λίγο, ρε περίεργε, να δοκιμάσεις. Είναι κόλαση λέμε», μου λεγε και γελούσε. Εγώ, ούτε να τη μυρίσω.

Υπήρχαν και φορές όμως που ο κύριος Κώστας δε μου άνοιγε την πόρτα. Τον άκουγα που έκλαιγε πίσω από την πόρτα, λόγια να μπλέκονται με αναφιλητά, και μου λεγε να ακυρώσουμε το μάθημα για την επόμενη βδομάδα. Λεφτά πολλά να με πληρώσει δεν είχε κι αρκετές φορές δεν του ζητούσα κι όλας. Κάποια μέρα βρήκα την πόρτα μισάνοιχτη, μπήκα μέσα και τον είδα τέζα στον καναπέ να ροχαλίζει ενώ δίπλα δύο άδεια μπουκάλια ουίσκυ μαρτυρούσαν την βαριά μυρωδιά του σαλονιού. Του ‘ριχνα τότε μία κουβέρτα, έκλεινα τη μουσική που έπαιζε χαμηλά, σαν βόμβο τρένου, καθάριζα λίγο το σπίτι κι έφευγα.

Τον συμπαθούσα τον κύριο Κώστα. Την δουλειά τελικά δεν την πήρε, ποτέ δεν έμαθα το γιατί. Με πήρε κάποια στιγμή τηλέφωνο και μου είπε να του δώσω λίγο χρόνο να με ξεπληρώσει κι ότι δεν υπήρχε λόγος να του κάνω άλλα μαθήματα. Μπορούσα όμως, αν ήθελα, να συνεχίσω να τον βοηθάω να φτιάξει εκείνη την Κυριακάτικη μακαρονάδα για τον γιο του.

Για πολύ καιρό δεν πήγα σπίτι του. Έμπλεξα με δουλειές, με γκομενικά, με οικογενειακά. Μαλακίες. Απλά φοβόμουν για την κατάσταση όπου θα τον αντίκριζα. Φοβόμουν αν τυχόν έβρισκα πάλι την πόρτα του μισάνοιχτη κι αυτόν στον καναπέ ξαπλωμένο, να μην κοιμάται όμως, με μπουκάλια άδεια δίπλα του, ακόμα κι η μουσική κλειστή, τα παράθυρα κλειστά, όλα κλειστά…

Τελικά, μετά από πολύ καιρό, το πήρα απόφαση και πήγα. Με βρήκε ο διαχειριστής στην είσοδο και μου πε ότι ο κύριος Κώστας είχε φύγει για Αθήνα κι ότι αν τον έβλεπε θα τον έπαιρνε ο διάολος γιατί του χρώσταγε τρία νοίκια.
Δήλωσα δήθεν ενδιαφέρον ότι ήθελα το διαμέρισμα για να μπω και να το δω μία τελευταία φορά. Μπήκα μέσα κι ήταν άδειο. Σαν να μην είχε κατοικηθεί ποτέ. Άδειοι τοίχοι, άδεια κουζίνα, άδειο ψυγείο, άδειος καναπές. Γύρισα να φύγω με το βλέμμα κατεβασμένο μέχρι που την άκουσα. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ιδέα μου, παιχνίδια του μυαλού μου. Όμως ήταν πεντακάθαρη, δυνατή, με τα ηχεία στο τέρμα.
Η μουσική του κύριου Κώστα έπαιζε σε όλο το σπίτι. Λες κι είχε αφομοιωθεί στους σοβάδες, στις πόρτες, στο πάτωμα. Ένα σπίτι που είχε γεμίσει με μουσική και αρνήθηκε να την αφήσει να φύγει. Χαμογέλασα, άφησα το κομμάτι να παίξει λίγο στο μυαλό μου, έκλεισα την πόρτα πίσω μου κι απομακρύνθηκα μουρμουρίζοντας τους στίχους…

«Αγέρα να ‘σαι τιμωρός, να ‘σαι και παιχνιδιάρης.
Κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, να ‘ρθεις να μου την πάρεις».

Αφιερωμένο σε μία ψυχή που μου λείπει πολύ και μου έμαθε τα πάντα γύρω από την αξεπέραστη μαγεία της μουσικής.