«Δεν είναι εκεί!»
Η φωνή του Σαρλό γέμισε σαν ντουντούκα τ’ αυτιά των αγουροξυπνημένων θαμώνων της πλατείας. Σχεδόν κανένας δεν του έδωσε παραπάνω σημασία, είχαν συνηθίσει το ίδιο τροπάρι εδώ και τόσες μέρες. Μόνο ο Ράκος σηκώθηκε τρεκλίζοντας και προχώρησε προς το μέρος του.
«Μη φωνάζεις ρε σαλεμένε. Κάθε πρωί, τα ίδια. Αφού ποτέ δεν είναι εκεί, τι σκας;»
Το βλέμμα του Σαρλό περιηγήθηκε γύρω από την πλατεία, ψάχνοντας μία απάντηση. Έτριψε το ξεφτισμένο του μαγιό και μετά κάλυψε το πρόσωπό του. Ο ήλιος τον ενοχλούσε.
«Ρε συ Ράκο, το είχα δει εκεί πριν πέντε… έξι… δε θυμάμαι, κάποιες μέρες. Έλαμπε έντονα, ένα πράσινο, γλυκό φως».
Ο Ράκος ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του φίλου του κι έγνεψε θετικά. Τον πονούσε διαολεμένα μετά τη χθεσινή δόση. Έπρεπε να σταματήσει να βαράει σ’ εκείνο το σημείο.
Μία δυνατή, γυναικεία φωνή τους τράβηξε την προσοχή και γύρισαν προς το νότιο τμήμα της πλατείας. Μία μικροκαμωμένη κοπέλα τσακωνόταν με έναν παππού, ο οποίος την απειλούσε με το μπαστούνι του. Κι οι δύο αναγνώρισαν την Αργούλα από την πολύχρωμη φούστα της και τα μοβ κοτσιδάκια της.
«Παράτα με, ρε γέρο. Δε θέλω τη βοήθειά σου. Φύγε από δω, ανώμαλε!»
Ο παππούς κατέβασε το κεφάλι του, γύρισε πλάτη κι έφυγε κουτσαίνοντας. Η Αργούλα ίσιωσε τη φούστα της κι άρχισε να ανεβαίνει προς το μέρος τους. Ο Ράκος έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Πάλι-»
«Άργησα. Το ξέρω. Δε βαρεθήκατε να μου το λέτε;» τον διέκοψε εκείνη. Το πρόσωπό της ήταν κατσουφιασμένο κι ένα τσουλούφι έπεφτε στο μέτωπό της. Χαμογέλασε και τον αγκάλιασε.
«Τι καλό μας έφερες, Αργούλα; Μήπως κάνα κομματάκι από εκείνη τη φοβερή σπανακόπιτα;»
Ο Σαρλό έγλυφε τα δάχτυλά του και κουνούσε σαν παιδάκι τα πόδια του, καθώς αναπολούσε εκείνη τη γεύση. Είχαν περάσει δέκα μέρες από τότε, αλλά δεν το είχε ξεχάσει.
«Δυστυχώς, φίλε Σαρλό, δεν κατάφερα να φέρω άλλη πίτα. Έχω όμως κάτι κεφτεδάκια μούρλια!»
Ο Ράκος φώναξε και τους υπόλοιπους κι έτσι όλοι μαζεύτηκαν σε ένα παγκάκι κι άρχισαν να τρώνε. Η θερμοκρασία είχε φτάσει τους τριάντα τρεις βαθμούς Κελσίου κι η Αθήνα ήταν πιο άδεια από ποτέ. Τα ταξί στην Αλεξάνδρας έμοιαζαν με μοναχική, κίτρινη κορδέλα σε ένα άδειο πάρτι. Αυτοκίνητα ελάχιστα, περαστικοί ακόμα λιγότεροι.
«Τι σε ήθελε εκείνος ο τύπος, ρε συ Αργούλα;» ρώτησε ο Ράκος με το στόμα του μπουκωμένο.
«Άντε μωρέ με τον παπάρα. Να με βοηθήσει λέει να ντυθώ σαν άνθρωπος, να μου δώσει φαγητό και να τον βοηθάω στο σπίτι και τέτοια. Τους ξέρω εγώ αυτούς, πας για βοήθεια και στην πέφτουν αμέσως. Πορνόγεροι».
«Αν έχει πίτα, να πάω εγώ;» αποκρίθηκε ο Σαρλό κι όλοι έβαλαν τα γέλια.
Μετά το φαγητό, ο καθένας γύρισε στην απομόνωσή του. Όσο η ηρωίνη κυλούσε στις φλέβες τους, ο κόσμος κρυβόταν μέσα στις παραισθήσεις. Εκεί, όλοι μαζί, ήταν μία παρέα, μία οικογένεια. Όταν όμως η εξάρτηση δεν έσβηνε τη δίψα της, τότε τα πράγματα γίνονταν σκούρα.

Η Αργούλα είχε απεξαρτηθεί. Στα δεκατρία της έβαλε για πρώτη φορά βελόνα στο μπράτσο και στα δεκαέξι της για τελευταία. Τώρα μόνο λίγες τζούρες χόρτο την χαλάρωναν από την πραγματικότητα που την πλάκωνε καθημερινά. Ο Σαρλό κι ο Ράκος είχαν χάσει λογαριασμό. Οι ιστορίες τους ξεκινούσαν από παιδική ηλικία, γεμάτες αλητεία, μηχανές και πρέζα.

«Ρε συ, Ράκο, έχουμε καιρό να δούμε τη Λεριά. Λες τελικά να κατάφερε να πάει στο νησί;»
Ο Ράκος είχε γείρει το κεφάλι πάνω στο πεζούλι και μασούσε μία οδοντογλυφίδα. Άνοιγε ελαφρά τα μάτια, τυφλωνόταν από τον ήλιο, τα έκλεινε ξανά.
«Δε ξέρω, ρε φίλε. Χλωμό το κόβω. Όλο έτσι λέει και στο τέλος δεν κάνει τίποτα. Με κάνα μαλάκα θα τα ‘μπλεξε πάλι για να πάρει τη δόση της».
«Εμ, βέβαια, αν βρίσκει τέτοιους μαλάκες τι να κάνει μαζί μας».
Ο Ράκος χαμογέλασε. Ήξερε ότι ο Σαρλό τη γούσταρε αλλά ποτέ δεν της το είχε πει. Ποιος άλλωστε είχε χρόνο για έρωτες στον δικό τους κόσμο; Η παραζάλη νικούσε τα πάντα, η παραζάλη είχε τις απαντήσεις.

Η μέρα κύλησε το ίδιο υποτονικά όπως ξεκίνησε. Η Αυγουστιάτικη ζέστη δεν αστειευόταν, ούτε ακόμα κι όταν έπεσε η νύχτα. Κάποιοι έφυγαν για να βρουν κάποιο πρόχειρο κατάλυμα – όσοι ήταν τυχεροί – ενώ οι υπόλοιποι βολεύτηκαν σε ένα από τα πολλά σπασμένα, ξεχαρβαλωμένα παγκάκια. Ο Ράκος κούρνιασε στην αγαπημένη του γωνία, κάτω από μία ταλαιπωρημένη αμυγδαλιά. Χτύπησε τη τελευταία του δόση κι έγειρε το κεφάλι πίσω. Θα ακολουθούσαν δύσκολες μέρες. Ο Σαρλό του είχε υποσχεθεί ότι θα του έφερνε πρωινό την επόμενη μέρα, είχε εξασφαλίσει βάρδια στη βιοτεχνία εκείνο το βράδυ.
Τα όνειρα του ήταν μπερδεμένα, βαμμένα σε απόχρωση του πράσινου. Το πονεμένο χέρι του έμοιαζε μικρό, ανύπαρκτο, αλλά δεν τον τρόμαζε. Μία λάμψη βρισκόταν στον ουρανό, μία λάμψη που του ψιθύριζε λόγια που δε μπορούσε ν’ ακούσει. Ο Ράκος προσπαθούσε να τη φτάσει αλλά τα βήματα του ήταν αργά, κολλημένα στο έδαφος. Κάπου είδε ένα χαμόγελο. Πέρασε από μπροστά του και μετά χάθηκε. Ένα λευκό φόρεμα. Φώναξε, αλλά φωνή δεν βγήκε. Το χέρι του τον πόνεσε περισσότερο, ήθελε να το ξεριζώσει, να το πετάξει μακριά, να σταματήσει αυτό το μαρτύριο.
«Ράκο… ε, Ράκο. Ξύπνα, ρε μαλάκα».
Έγλειψε τα στεγνά χείλια του κι άνοιξε τα μάτια του. Το μεγάλο κούτελο της Λεριάς του έκρυβε τον ήλιο.
«Πού χάθηκες εσύ;»
Η φωνή του ήταν βραχνή, ξερή, λες κι είχε να μιλήσει χρόνια.
«Εδώ κι εκεί. Παραλίγο να καταφέρω να πάω στο νησί».
Ο Ράκος χαμογέλασε και σηκώθηκε. Κοίταξε τριγύρω, δεν υπήρχε κανείς άλλος στην πλατεία.
«Μα καλά, πού σκατά πήγαν όλοι;» Δεν είχε συνηθίσει να ξυπνάει μόνος του. Η Λεριά, του έπιασε το μπράτσο, το πονεμένο, κι εκείνος έσκουξε με δύναμη.
«Ήρεμα ρε συ, πονάω εδώ. Τι έπαθες;»
«Ο Σαρλό ήρθε; Τον σκεφτόμουν έντονα χθες».
Ο Ράκος χαμογέλασε. Υπήρχε όντως αγωνία στο βλέμμα της. Ένα βουητό του απέσπασε την προσοχή και τίναξε το χέρι του, νομίζοντας ότι είναι κουνούπι. Το βουητό έγινε ψίθυρος, ο ψίθυρος λόγια.
Εσύ, Λεριά, δέχεσαι για…
«Τι είπες;» ρώτησε ο Ράκος τη φίλη του.
«Ακόμα κοιμάσαι, ρε; Ο Σαρλό, λέω, πού είναι;»
Ο Ράκος ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Ιδέα του ήταν.
«Τον περιμένω για πρωινό αλλά άργησε ο μαλάκας. Πάμε στον φούρνο απέναντι, έχω να φάω από χθες το απόγευμα».
Ξεκίνησε να κατηφορίζει προς την Αλεξάνδρας. Κοίταξε τα ψιλά στις τσέπες του. Έφταναν για έναν κρύο καφέ κι ένα κουλούρι. Η Λεριά είχε μείνει και τον κοιτούσε.
«Θα έρθεις μαζί μου;», της φώναξε.
«Ναι… ναι, έρχομαι», του απάντησε και τον πλησίασε με δειλά βήματα. Κάτι την απασχολούσε, σκέφτηκε ο Ράκος, δεν την είχε ξαναδεί έτσι. Κατέβηκαν την λεωφόρο κι έφτασαν στον μικρό φούρνο στην Σίνα. Εκεί βρήκαν την Αλίκη, φοιτήτρια Νομικής, που καμιά φορά τους τύλιγε δύο κουλούρια στην τιμή του ενός. Του Ράκου του άρεσε, είχε όμορφο χαμόγελο.
Κάθισαν σε ένα παγκάκι να πάρουν το πρωινό τους. Ο Ράκος έψαξε με το βλέμμα του την πλατεία κι είδε την γνωστή παρέα να μαζεύεται. Όλοι έμοιαζαν να πλησιάζουν ένα συγκεκριμένο σημείο, κοντά στο παγκάκι που ξάπλωνε ο ίδιος. Έκρυψε τον ήλιο με την παλάμη του και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Πρώτα του έπεσε το κουλούρι από το χέρι.
«Λεριά, σήκω, τρέχα!»
Έκανε δύο μεγάλες δρασκελιές κι άρχισε να διασχίζει την Αλεξάνδρας, αδιαφορώντας για το πράσινο φανάρι που άναβε για τα αυτοκίνητα.
«Πού πας ρε; Τι έγινε;» του φώναξε η Λεριά από πίσω, προσπαθώντας να ακολουθήσει.
Πέταξε τον καφέ στο δρόμο κι άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα. Τα αυτοκίνητα κόρναραν μανιασμένα.
«Ο Σαρλό, έχει πάθει κρίση, χτυπιέται!»
Το αίμα κυλούσε στις φλέβες του, του χτυπούσε τα μηνίγγια κι άρχισε να νιώθει έντονο πόνο στα πόδια. Ανέβηκε αγκομαχώντας την πλατεία κι έσπρωξε τους πάντες, σκύβοντας πάνω από το τρεμάμενο σώμα του Σαρλό. Ο Ράκος άπλωσε το χέρι στο πρόσωπο του φίλου του, ψιθυρίζοντας του να ηρεμήσει. Η Λεριά άρπαξε το κινητό της κι άρχισε να καλεί το 166, επαναλαμβάνοντας «Το ‘ξερα, γαμώ το κέρατό μου!»
Κανείς από τους υπόλοιπους δεν αντιδρούσε. Κάποιοι, μάλιστα, είχαν ήδη αρχίσει να απομακρύνονται.
«Ρα… Ράκο. Σου… σου έφερα… πρωινό», ψέλλισε ο Σαρλό.
Δίπλα στο δεξί του χέρι, ένα ανοιχτό τάπερ έκρυβε μέσα του δύο κομμάτια σπανακόπιτα. Ο Ράκος γέλασε.
«Καλά έκανες, φίλε μου. Θα γίνεις καλά να φάμε παρέα, εντάξει;»
Ο Σαρλό έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να πάρει ανάσες. Σήκωσε το δεξί του χέρι κι έδειξε προς το σημείο που κάθε πρωί πήγαινε κι έλεγχε ο ίδιος.
«Είναι… εκεί. Ράκο, δες. Το φως, εκεί είναι».
Ο Σαρλό σταμάτησε να κουνιέται. Ο Ράκος ούρλιαξε με δύναμη.
Τα ασθενοφόρα έφτασαν είκοσι λεπτά αργότερα, όταν ήταν πλέον πολύ αργά.

Το ίδιο βράδυ, ο Ράκος είχε αράξει στο τσιπουράδικο, στην οδό Ναυαρίνου. Σε ένα γωνιακό τραπέζι, παρέα με ένα κανατάκι, παρακολουθούσε τον χρόνο να κυλά. Θαμώνες να έρχονται και να φεύγουν, τον μαγαζάτορα να τον κερνάει αγγουράκι και τυρί για να γεμίσει το στομάχι του, μουσική που έφτανε στ’ αυτιά του σαν ενοχλητικός βόμβος. Δεν ήθελε να ανακατευτεί με νοσοκομεία, με κηδείες, με χαρτιά, με τίποτα. Ήθελε μόνο να κοιτάει τα σβησμένα γκραφίτι στον απέναντι τοίχο και να νιώθει την Αυγουστιάτικη ζέστη να του ιδρώνει το σώμα.
Κάπου στο τρίτο κανάτι, άφησε όσα λεφτά είχε στο τραπέζι και σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Το χέρι του τον έτρωγε, το έξυνε μανιασμένα. Είχε ξαναπεράσει σύνδρομο στέρησης, είχε διαβεί αυτό τον αγκαθωτό δρόμο. Δεν άντεξε και πολύ, σε λίγες μέρες είχε ξανακυλήσει.
Στον δρόμο για την πλατεία, μουρμούριζε ένα παλιό τραγούδι που έλεγαν μαζί με τον Σαρλό τις παλιές ημέρες, τις μέρες του αλκοόλ και του χόρτου. Μακριά από πρέζα και τρυπημένες φλέβες.
Λίγο πριν φτάσει, αισθάνθηκε κάτι να τον ακολουθεί. Γύρισε το βλέμμα του αρκετές φορές, αλλά μόνο το σκοτάδι τον συντρόφευε. Ένιωσε ξαφνικά, την επιθυμία για ένα τσιγάρο. Έψαξε τις τσέπες του, τζίφος. Ήταν τόσο έντονη η ανάγκη του, που άρχισε να βρίζει Θεούς και δαίμονες που δεν είχε ένα τσιγάρο πάνω του. Στηρίχτηκε πάνω σε έναν τοίχο κι άρχισε να τον κοπανάει με τις γροθιές του. Ο Ράκος έκλαψε δυνατά, αφήνοντας ένταση, θυμό κι οργή να βγουν από μέσα του. Έκλαψε τόσο που άργησε να καταλάβει ένα χέρι που του είχε πιάσει απαλά τον ώμο.
«Γιατί κλαις, φίλε μου;»
Ο Ράκος γύρισε κι αυτό που αντίκρισε τον έκανε να πισωπατήσει και να σωριαστεί κάτω. Μπροστά του, στεκόταν μία μελαχρινή γυναίκα ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα. Ήταν ξυπόλυτη.

«Με τρόμαξες, κοπέλα μου. Καλά είμαι, άσε με».
«Πώς γίνεται να είσαι καλά, αφού κλαις. Εγώ όταν κλαίω δεν είμαι καλά».
Το χαμόγελό της έμοιαζε παιδικό. Σαν τα μικρά παιδάκια που έβλεπαν τον Ράκο κι έφευγαν μακριά φοβισμένα.
«Κι εσένα τι σε νοιάζει; Όρεξη έχεις νυχτιάτικα; Αν ψάχνεις λεφτά, έπιασες λαχείο. Δεν παίζει μία».
Ο Ράκος έκανε να κουνηθεί αλλά η γυναίκα τού έκοψε τον δρόμο.
«Έχω πολλά λεφτά, δε θέλω άλλα. Τη βοήθειά σου θέλω, αξιότιμε κύριε».
Ο Ράκος έβαλε τα γέλια. Τουλάχιστον, με την τρελή μπροστά του, πλέον δεν έκλαιγε.
«Αφού έχεις τόσα λεφτά, γιατί δεν αγοράζεις κάνα ζευγάρι παπούτσια και κυκλοφορείς ξυπόλυτη;»
Τον κοίταξε παραξενεμένη και σταύρωσε τα χέρια της.
«Δεν φοράμε σανδάλια στο δάσος. Προσέχουμε το χορτάρι».

Ο Ράκος έγνεψε κουρασμένα με το χέρι του και την προσπέρασε. Κρίμα, σκέφθηκε, όλο και περισσότερα νέα παιδιά πέφτουν στον καταρράκτη που είχε πέσει κι αυτός χρόνια πριν.
«Πρόσεχε τι πίνεις για να μην σε πίνει. Καληνύχτα, κοπελιά. Πάω να κοιμηθώ».
Ο Ράκος έκανε ένα βήμα και σταμάτησε. Ήταν σίγουρος ότι κάτι πήγαινε στραβά. Το πόδι του δεν είχε πατήσει το γνώριμο, βρώμικο πεζοδρόμιο της Σόλωνος. Πατούσε γρασίδι, και συγκεκριμένα, δύο μαργαρίτες που μόλις είχε λιώσει. Σήκωσε τη μία για να δει αν ήταν αληθινή. Έκανε ένα δεύτερο βήμα κι εκεί του κόπηκε η ανάσα. Πάλι γρασίδι μπροστά του κι ορκιζόταν ότι άκουγε κελαρυστό νερό. Πήρε βαθιές ανάσες και προσπάθησε να ηρεμήσει. Η στέρηση δεν αστειευόταν.
«Βγάλε τα παπούτσια σου, πληγώνεις τα φυτά!»
Η γυναίκα δίπλα του, τσίριξε θυμωμένη κι άρχισε να του λύνει τα κορδόνια. Ο Ράκος δεν αντέδρασε, ένιωθε χαμένος – χειρότερα από κάθε τριπάκι που είχε δοκιμάσει στο παρελθόν. Τα μαλλιά της γυναίκας πλέον ήταν στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια ενώ το λευκό φόρεμα διακοσμούσαν χρυσές αλυσίδες.
«Πώς… τι… πού».
«Δεν έχουμε χρόνο για ερωτήσεις. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Σύντομα θα έρθει ο βασιλιάς Όμπερον με τα ξωτικά του. Δεν πρέπει να με βρει, περιμένω τον αγαπημένο μου Λύσανδρο για να φύγουμε μακριά».
Ο Ράκος άρχισε να τσιμπιέται μήπως και ξυπνήσει. Καμία αλλαγή. Πλέον άκουγε και νυχτοπούλια να συμπληρώνουν τους ήχους ενός δάσους που γεννιόταν μέσα από τα ραγισμένα τσιμέντα. Κοίταξε πίσω του, ατελείωτες σειρές δένδρων.
«Άντε, κουνήσου! Πρέπει να με προστατέψεις, τι σόι ιππότης είσαι;»
Ο Ράκος πήγε να διαμαρτυρηθεί αλλά τότε πρόσεξε την ενδυμασία του. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με πανοπλία – είχε δει αρκετές τέτοιες σε εξώφυλλα παιδικών βιβλίων. Ήταν βαριά και δυσκολευόταν να περπατήσει.
Δεν ξαναπίνω σ’ εκείνο το κωλομάγαζο, τελείωσε.
«Κοπελιά, δεν ξέρω τι γίνεται, εγώ θα κάτσω εδώ στην γωνία μέχρι να τελειώσει αυτό το μαλακισμένο όνειρο. Θα ξυπνήσω στο παγκάκι μου, παρέα με τα άλλα ρεμάλια και θα συνεχίσω τη μίζερη ζωή μου. Εσύ, πήγαινε κρύψου».
Μία φωνή που έμοιαζε να διαχέεται σε όλο το περιβάλλον διέκοψε την επόμενη κίνησή του. Μία φωνή που την είχε ξανακούσει το πρωί.
Εσύ, Λεριά, δέχεσαι για…
Ο Ράκος πετάχτηκε κι άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση που πίστευε ότι προερχόταν η φωνή.
«Στάσου, πού πας;» του φώναξε η κοπέλα.
«Λεριά; Εσύ είσαι; Λεριά!»
Ο Ράκος πήδηξε με δυσκολία μία συστάδα θάμνων, προσπέρασε δύο πελώρια δένδρα κι έφτασε σε ένα ξέφωτο.
Τριγύρω, δένδρα με πολύφυλλα κλαδιά που έγερναν προς την ίδια κατεύθυνση. Δύο ζευγάρια ξύλινα παγκάκια βρίσκονταν παρατεταγμένα σε σειρές και μπροστά τους, μία εξέδρα. Ο Ράκος αναγνώρισε όλους τους φίλους του από την πλατεία, να κάθονται ντυμένοι επίσημα στα παγκάκια.
Και πάνω στην εξέδρα είδε κάτι που του πάγωσε το αίμα. Ο Σαρλό, φορώντας ένα γελοίο, πράσινο κουστούμι, κρατούσε από το χέρι την Λεριά η οποία φορούσε ένα μακρύ νυφικό. Η Αργούλα, στεκόταν δίπλα τους ενώ ένας πανύψηλος άνδρας, με μπλε μπέρτα και κορώνα στο κεφάλι, διάβαζε από ένα βιβλίο.
«Εσύ, Λεριά, δέχεσαι για σύζυγό σου τον Σαρλό, να τον τιμάς και να τον αγαπάς με όλα τα ελαττώματα και προτερήματά του, στις χαρές και στις λύπες, στα πρωινά και στις νύκτες, μέχρι ο ήλιος να σβήσει και το φεγγάρι να πάψει να σας φωτίζει;»
Η Λεριά έσφιξε το χέρι του Σαρλό κι είπε ένα δυνατό, ξεκάθαρο «δέχομαι».
Η γυναίκα με το λευκό φόρεμα είχε φτάσει τον Ράκο και στάθηκε δίπλα του.
«Αχ, τι ωραία, ένας γάμος. Καιρό είχα να δω γάμο σε αυτό το δάσος».
«Εσύ, Σαρλό», συνέχισε ο άνδρας, «δέχεσαι για σύζυγό σου την Λεριά, να την τιμάς και να την αγαπάς με όλα τα ελαττώματα και προτερήματά της, στα δύσκολα και στα εύκολα, στα ψηλά και στα χαμηλά, μέχρι οι αναπνοές σας να χαθούν και τα βλέμματα σας να κλείσουν;»
Ο Σαρλό άφησε ένα τεράστιο χαμόγελο κι αντί να μιλήσει, φίλησε με πάθος τη Λεριά.
«Με τη δύναμη που μου δίνει το δάσος, εγώ ο Όμπερον, βασιλιάς των ξωτικών, σας δένω με τα δεσμά του γάμου μέχρι ο θάνατος να τα λύσει».
Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.
Ο Ράκος, ένιωσε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά του. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο όνειρο, τόσο αληθινό, τόσο… μαγικό.
Η κοπέλα δίπλα του, του τράβηξε το μανίκι.
«Έρχεται ο Δημήτριος. Αχ, όχι! Θα με βρει και θα με γυρίσει πίσω, δε θέλω!»
Ο Ράκος έκανε να πλησιάσει προς τους φίλους του. Με κάθε βήμα που έκανε, η εικόνα θόλωνε περισσότερο. Οι παρακλήσεις της γυναίκας δίπλα του έγιναν ψίθυροι, μουρμουρητά. Φώναζε τον Σαρλό αλλά εκείνος δεν τον άκουγε. Ήταν αγκαλιά με την Λεριά κι ήταν απόλυτα ευτυχισμένος. Μία ονειρεμένη εικόνα που είχε φανταστεί πολλές φορές στο μυαλό του κι είχε αποκλείσει σαν ουτοπία.
Το ξέφωτο άρχισε να διαλύεται στα μάτια του. Τα περίτεχνα παγκάκια άρχισαν να σπάνε, να σαπίζουν και να μοιάζουν με τα παγκάκια της πλατείας. Τα δένδρα άρχισαν να μαραίνονται, να χάνουν τα φύλλα τους. Το γρασίδι έγινε πλακάκια και τα πλακάκια γέμισαν ξαπλωμένες σωρούς από κοιμισμένα κορμιά.
Η πλατεία είχε επιστρέψει κι ο Ράκος πλέον στεκόταν στο κέντρο της. Η κοπέλα είχε χαθεί, η πανοπλία του είχε χαθεί. Το μοναδικό που του θύμιζε όσα είχε βιώσει πριν, ήταν μία ταλαιπωρημένη μαργαρίτα στο χέρι του και το χαμόγελο του φίλου του.

Την επόμενη μέρα, ξημέρωσε Δεκαπενταύγουστος. Οι δρόμοι ήταν πιο άδειοι από ποτέ. Ο Ράκος δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα, καθόταν στο αγαπημένο του παγκάκι κι έτριβε με απαλές κινήσεις το λουλούδι. Κανείς δεν είχε όρεξη να σηκωθεί, να μιλήσει, να κάνει οτιδήποτε. Ο Ράκος πλησίασε το σημείο όπου ο Σαρλό σύχναζε τελευταία κι έψαχνε για ένα πράσινο φως.
Δεν υπήρχε τίποτα. Και δεν ήξερε αν υπήρχε κάτι, κάποτε.
Άφησε εκεί το λουλούδι, χαμογέλασε και ψιθύρισε αντίο.

Ο ίδιος δεν επανεμφανίστηκε στην πλατεία. Κανείς δεν έμαθε ποτέ νέα του, όσο κι αν τον αναζήτησαν. Το ερείπιο που κάποτε έμενε είχε παραμείνει άδειο, τηλέφωνο δεν είχε μιας και πάντα τον έβρισκαν στη πλατεία. Η Αργούλα συνέχισε να φέρνει φαγητά όποτε μπορούσε ενώ η Λεριά κατάφερε τελικά κι έφυγε για το νησί.
Μόνο τον χειμώνα του ίδιου έτους, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ένας θαμώνας της πλατείας, τρεκλίζοντας από την παραζάλη της τελευταίας του δόσης, νόμιζε ότι είδε μία γνωστή του φιγούρα να αφήνει ένα λουλούδι σε μία γωνία, πάνω σε ένα πλακάκι.
Όταν τον φώναξε, δεν πήρε καμία απάντηση κι η φιγούρα εξαφανίστηκε.