Γεννήθηκε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα σε ένα μεγάλο μαιευτήριο της πρωτεύουσας και η οικογένειά της την υποδέχτηκε με πολλή χαρά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής της τα πέρασε με τους παππούδες της, μιας και οι γονείς της εργάζονταν για πολλές ώρες. Ο παππούς και η γιαγιά την φρόντιζαν πάρα πολύ: η γιαγιά της μαγείρευε τα πιο τέλεια φαγητά, της έστρωνε να κοιμηθεί στο ντιβάνι του σαλονιού με τα λουλουδάτα σεντόνια και της έδινε το κουτί με τα πολύχρωμα κουμπιά για να παίζει. Με τον παππού περνούσαν πολλές ώρες στον κήπο και στο εργαστήρι του, όπου τον έβλεπε να κατασκευάζει έπιπλα με πολύ μεράκι. Πολλές φορές ο παππούς της έφτιαχνε ξύλινα επιπλάκια για τις κούκλες της: κρεβατάκια, καρεκλίτσες, τραπεζάκια, μέχρι και ντουλάπα για τα κουκλοφορέματα της είχε φτιάξει.

Και ήρθε η ώρα να πάει σχολείο. Πολλά παιδιά που έτρεχαν και έσπρωχναν, δάσκαλοι που φώναζαν άγρια, ατελείωτες σκάλες και γκρίζες αίθουσες. «Κυρία μου, το παιδί σας είναι απροσάρμοστο. Στα διαλείμματα κάθεται μόνη της, ενώ κανένα παιδί δεν θέλει να μοιραστεί το θρανίο μαζί της», είχε πει η δασκάλα στην μητέρα της κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης γονέων. Στην πραγματικότητα εκείνη προσπάθησε πολύ να κάνει φίλους. Χαμογελούσε σε όλα τα παιδιά, τους έδινε πρόθυμα τα χρώματά της, κι ας μην της τα επέστρεφαν ποτέ, και όταν τυχόν είχε για κολατσιό καμιά λιχουδιά, την πρόσφερε με χαρά ως αντάλλαγμα «για να την έχουν φίλη». Όμως όλοι της γύριζαν την πλάτη. Δεν την καλούσαν ποτέ στα παιδικά πάρτι, δεν ήθελαν να παίζουν μαζί της στα διαλείμματα, και συχνά γελούσαν με την εμφάνισή της. Οι μαμάδες της τάξης την κοιτούσαν επιτιμητικά. Άκουγε σκόρπιες κουβέντες: «το χαζό», «το προβληματικό», «το καθυστερημένο», αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν οι κουβέντες αυτές την αφορούσαν. Εκείνη δεν ήταν χαζή. Μπορούσε να μετράει μέχρι το χίλια, κι ας πήγαινε πρώτη δημοτικού και αγαπούσε πάρα πολύ τα βιβλία. Ήδη διάβαζε μόνη της τα Παραμύθια του Αισώπου κι ας μην είχε μάθει ακόμα όλα τα γράμματα.

Τα μαθητικά χρόνια κύλησαν με εκείνη να βρίσκεται στο περιθώριο της τάξης. Οι καλοί μαθητές την θεωρούσαν χαζή, ενώ οι πιο αδιάφοροι την έλεγαν «φυτό». Εκείνη διάβαζε, διάβαζε πάρα πολύ, από παιδική λογοτεχνία μέχρι και πιο κλασικά έργα. Ο χρόνος προσδιοριζόταν μέσα από τα βιβλία: το καλοκαίρι που διάβασε το Πόλεμος και Ειρήνη, τα Χριστούγεννα που διάβασε τον Όλιβερ Τουίστ, τη χρονιά που είχε ξεκινήσει τις Μικρές Κυρίες. Κάποιες φορές άφηνε το βιβλίο της και αναρωτιόταν γιατί να μην είναι και αυτή σαν τους άλλους. Ποτέ της όμως δεν κατάφερε να βρει την απάντηση. Όταν είχε κάποτε ρωτήσει τους γονείς της, σχεδόν κλαίγοντας, της είπαν ότι ήταν ένα πολύ ξεχωριστό παιδί και ότι δεν άξιζε να μοιάζει με τους πολλούς.

Το διάβασμά της, όσο πολύ κι αν ήταν, δεν την οδήγησε στο πανεπιστήμιο. Πήρε το απολυτήριο του λυκείου και για καλή της τύχη, έπιασε δουλειά στη δημοτική βιβλιοθήκη.

Μια μέρα, εκεί που ταξινομούσε κάποια καινούργια βιβλία, ένας τίτλος τράβηξε την προσοχή της: Το τατουάζ. Μια μελέτη ανάλυσης της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο συγγραφέας του, ένας κοσμογυρισμένος Γερμανός φιλόσοφος, ο οποίος τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, ισχυριζόταν ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με ένα τατουάζ τόσο μικρό όσο το κεφαλάκι μιας καρφίτσας, χάρη στο οποίο μπορούν να σχετίζονται με τους άλλους και να γίνονται αποδεκτοί από την κοινωνία. Οι άνθρωποι που γεννιούνται χωρίς αυτό έχουν ελλείμματα στη συμπεριφορά τους: είναι εσωστρεφείς, δεν έχουν φίλους και το κοινωνικό περιβάλλον τους απορρίπτει. Είναι ωστόσο πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο να εντοπίσει αυτό το τατουάζ: το μικρό του μέγεθος μπορεί εύκολα να παραπέμψει σε φακίδα, ελιά ή σημαδάκι, γι’ αυτό και οι επιστήμονες αρνούνται την ύπαρξή του. Φαντασίες ενός ταραγμένου μυαλού ή μια κρυμμένη πραγματικότητα που δικαιολογούσε την ίδια την ύπαρξή της; Το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου την προβλημάτιζε πάρα πολύ. Ζήτησε άδεια από την προϊσταμένη της και πήρε το βιβλίο στο σπίτι της. Είχε σκοπό να ξενυχτήσει διαβάζοντάς το, αλλά η κούρασή της την πρόδωσε.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Θολές , φρικιαστικές μορφές με τεράστια νύχια κρατούσαν λεπτές βελόνες τατουάζ. Με αυτές σημάδευαν ασταμάτητα ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας: εφήβους, παιδιά, ηλικιωμένους. Παρατήρησε προσεκτικά τις φρικιαστικές μορφές. Της θύμιζαν κάτι ακαθόριστο, κάτι από τους ανθρώπους που την είχαν πληγώσει στο παρελθόν. Τα μακριά νύχια ήταν βαμμένα σε πολλά και διαφορετικά χρώματα. Για μια στιγμή θυμήθηκε τη δασκάλα της στην πρώτη δημοτικού: είχε πολύ μακριά, σχεδόν γαμψά νύχια, και τα έβαφε στα πιο απίθανα χρώματα. Ξαφνικά ένιωσε ένα τσίμπημα στον ώμο. Το σώμα της άρχισε σιγά σιγά να μουδιάζει και τα βλέφαρά της να βαραίνουν….

………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Η προϊσταμένη της δημοτικής βιβλιοθήκης σηκώθηκε από το γραφείο της και περπάτησε προς την πόρτα. Γέλια και φωνές ακούγονταν από το διπλανό γραφείο. Τι παράξενο! Η υπάλληλος που εργαζόταν εκεί ήταν ο πιο διακριτικός και αθόρυβος άνθρωπος που είχε ποτέ γνωρίσει. Άνοιξε την πόρτα. Μια έντονα μακιγιαρισμένη ξανθιά γυναίκα, που έβλεπε για πρώτη φορά, καθόταν σταυροπόδι επάνω στο γραφείο. Φορούσε μία μάλλον κοντή φούστα και διηγείτο με γαργαλιστικές λεπτομέρειες κάποιες φήμες που είχαν ακουστεί για δύο υπαλλήλους της βιβλιοθήκης. Γύρω της ήταν μαζεμένα πέντε – έξι άτομα, άντρες και γυναίκες και με τον καφέ στο χέρι έμοιαζαν να το διασκεδάζουν. Στα μάτια τους ήταν ζωγραφισμένη η αποδοχή. Ένιωσε την ανάγκη να κάνει μια αυστηρή παρατήρηση σε όλους: «Είπαμε δημόσιο, αλλά όχι κι έτσι!», όταν ξαφνικά πάγωσε. Η ξανθιά γυναίκα της φάνηκε πολύ οικεία. «Αυτή δεν είναι η …..», πρόλαβε να σκεφτεί ενώ σωριαζόταν στο πάτωμα νιώθοντας έναν αφόρητο πόνο στο στήθος.
Η ξανθιά γυναίκα χαμογέλασε με ικανοποίηση. Δεν ήταν δική της δουλειά να ανησυχεί για την προϊσταμένη. Άλλωστε η απουσία της ήταν μια μοναδική ευκαιρία για κουτσομπολιό με τα κορίτσια από δίπλα, και γιατί όχι, και για μια μικρή επιδρομή στα μαγαζιά. Κοίταξε επάνω στο γραφείο της. Σε μια κορνίζα μια φωτογραφία έδειχνε έναν κήπο με ένα χαμογελαστό ηλικιωμένο ζευγάρι. Στη μέση ήταν ένα καστανό κοριτσάκι με κοτσιδάκια και φαφούτικο χαμόγελο. Έβγαλε τη φωτογραφία από την κορνίζα και την έσκισε σε μικρά κομμάτια. Έπρεπε να τελειώνει με το παρελθόν. Άλλωστε το απόγευμα είχε κλείσει ραντεβού για τατουάζ. Ένα γοτθικό γράμμα Χ στον αριστερό ώμο της. Θα πρόσθετε μόνη της, εκείνο που της έλειπε εκ γενετής.

Νατάσα Κ.