Έφτασα στο μαγαζί που μου είχε υποδείξει το μήνυμα.
Έσπρωξα την τεράστια ξύλινη πόρτα και βρέθηκα σε ένα ψηλοτάβανο χώρο, γεμάτο κόσμο.
Περπάτησα σαν χαμένη ανάμεσά τους… γυναίκες μισόγυμνες, χόρευαν ανάμεσα σε άντρες κι εκείνοι τις κοιτούσαν σαν θηράματα.
Το μάτι μου έπεσε σε έναν καναπέ στο βάθος.
Εκείνος ήταν εκεί… στην αγκαλιά του βρισκόταν μια γυναίκα. Την φιλούσε παθιασμένα, ενώ με το ένα του χέρι χάιδευε το στήθος της.
Δεν έμεινα να δω περισσότερα, άρχισα να τρέχω προς την έξοδο με μάτια γεμάτα δάκρυα και καρδιά τσακισμένη.
Εκείνος που είδα εκεί δεν ήταν ο άντρας μου, ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ!
Ο άντρας μου είναι οικογενειάρχης, αγαπά εμένα και τα παιδιά μας περισσότερο από την ζωή του.
Ο άντρας μου είναι μαζί μου είκοσι ολόκληρα χρόνια και ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα, είναι η ζωή μου όλη, η ανάσα μου, ο σφυγμός μου.
Δεν είναι δυνατόν να με πρόδωσε έτσι!

Ούτε που κατάλαβα πού βρισκόμουν πια. Κάθισα σε ένα πεζούλι που βρέθηκε μπροστά μου και ξέσπασα σε κλάματα.
Δεν νοιάστηκα για εκείνους που περνούσαν, ούτε κι εκείνοι για μένα. Μια ακόμα τρελή, όπως τόσες άλλες που συναντούν τυχαία στον δρόμο τους ήμουν.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί, ξέρω μόνο πως μέσα σ’ αυτήν την ώρα πήρα μια απόφαση που έπρεπε να πράξω.
Έτρεξα στον δρόμο και σταμάτησα ένα ταξί.
Μετά από λίγο βρισκόμουν στο σπίτι.
Πλήρωσα την κοπέλα που κρατούσε τα παιδιά και χωρίς πολλά λόγια την έδιωξα
Πόσος χρόνος μου απέμενε μέχρι να επιστρέψει άραγε, δεν είχα κουράγιο να τον δω ξανά στα μάτια. Αχ πόσο τα αγαπώ αυτά τα μάτια, συνήθιζα να του λέω.
Κατέβασα δύο βαλίτσες και πέταξα μέσα ότι βρήκα ,μια για τα παιδιά και μια για μένα.
Σήκωσα τα αγόρια, που είχαν ξυπνήσει από την φασαρία κι απορημένα με κοιτούσαν με νυσταγμένα μάτια και κατεβήκαμε στον δρόμο.
Η ζωή μου τελείωσε σκέφτηκα.

Στο πρώτο εκδοτήριο που βρήκα μπροστά μου έκλεισα εισιτήρια, ενώ τα παιδιά με ρωτούσαν τι συμβαίνει και πού είναι ο πατέρας τους.
Δεν ήμουν έτοιμη για τέτοιες συζητήσεις οπότε τους είπα πως πάμε διακοπές έκπληξη.
Και το καράβι ξεκίνησε…

Έχουν περάσει τρεις μήνες από τότε.
Εγώ και οι γιοι μου κάναμε μια νέα αρχή. Τα βράδια όμως περνάνε δύσκολα και ύπνος δεν έρχεται. Μα ακόμα και αν έρθει είναι ταραγμένος και γεμάτος άσχημες εικόνες.
Σήμερα όμως θα πρέπει να μαζέψω όσες δυνάμεις έχω, σήμερα θα έρθει να δει τα παιδιά.
Τον περιμένουμε και οι τρεις στο λιμάνι του νησιού, τον βλέπω να έρχεται προς το μέρος μας και νιώθω πως μου κόβεται η ανάσα.
Μισός έχει μείνει και τα μαλλιά του έχουν γκριζάρει απότομα.
Τόσο καιρό δεν ρώτησε γιατί φύγαμε έτσι ξαφνικά, ήξερε.
Τον αφήνω να περάσει χρόνο με τα αγόρια και ενημερώνω σε πόση ώρα θα επιστρέψω.
Ζητά να μιλήσουμε.
– Δεν έχουμε να πούμε κάτι παραπάνω Χρήστο.
Μου πιάνει το χέρι και εύχομαι να μην καταλάβει πως τρέμει.
– Σ’ αγαπώ πολύ μου λέει, και από τα μάτια του τρέχουν δάκρυα.
– Κι εγώ σ’ αγαπούσα…
– Θα τα γιατρέψουμε όλα, θα το ξεπεράσουμε, γύρνα πίσω και θα σε κάνω να με αγαπήσεις ξανά θα το δεις. Συγγνώμη για όλα.

Για ένα λεπτό το μυαλό μου γύρισε σε εκείνο το μαγαζί. Εκεί που είδα τον άνθρωπο που αγαπούσα σαν θεό μου να βρίσκεται αγκαλιά με μια άλλη.

– Δεν θα μπορέσω αγαπητέ μου, δεν έχω καρδιά να σε αγαπήσω ξανά, μου την έκανες κομμάτια εκείνο το βράδυ… τράβηξα το χέρι μου από το δικό του και απομακρύνθηκα.

Ακούμπησα την παλάμη στο μέρος της καρδιάς μου.
Θα τα καταφέρουμε της είπα κι εκείνη χτύπησε ρυθμικά για να με καθησυχάσει.

Οι δύο μας.