Είμαι στο αεροδρόμιο και περιμένω. Αυτό που φανταζόμουν ότι θα συνέβαινε, αλλά δεν ήξερα πότε. Δεν είχα προετοιμαστεί και δεν μπορείς να προετοιμαστείς για όλα αυτά τα συναισθήματα ποτέ. Απλώς εύχεσαι όταν χρειαστεί να το περάσεις, να είναι όσο πιο ανώδυνο γίνεται.

Πλησιάζουμε την πύλη αναχωρήσεων και περιμένουμε.

Ξανασκέφτομαι την οικογενειακή μας απόφαση για μετανάστευση, από άλλη οπτική γωνία τώρα. Από πιο κοντά. Όχι με την προοπτική που έχεις όταν κοιτάς κάτι από απόσταση, αλλά με την εγγύτητα που έχεις όταν αυτό συμβαίνει σε σένα. Και με τον καθένα να λέει το μακρύ και το κοντό του.

Είπαν ότι είμαι δειλή. Που έφυγα. Που έφυγα άνεργη με δυο παιδιά, μόνη σε μια χώρα που δεν ήξερα κανέναν και τα μόνο μας στηρίγματα με τον σύζυγο, ήταν εκείνος σε μένα κι εγώ σ’ αυτόν. Κι οι δυο μαζί, στα παιδιά μας. Όσο να πεις, βγαίνει μια δειλία από αυτή την απόφαση!

Είπαν ότι είμαι φυγόπονη. Πως δεν έμεινα πίσω να πολεμήσω. Όχι, έναν εχθρό. Να πολεμήσω την φίλη μου, τον γείτονά μου, τον συμφοιτητή μου, που βλέπουμε μια θέση των 400 ευρώ και πέφτουμε όλοι μαζί να τη «πιάσουμε». Που άκουγα θέσεις εργασίας με ημιαπασχόληση και σκεφτόμουν αν έπρεπε να το πω στη φίλη μου, επίσης άνεργη με δυο παιδιά ή θα είχα περισσότερες πιθανότητες να πάρω δουλειά αν δεν έλεγα τίποτα!! Εκεί είχα φτάσει. Να βγάζω να μετράω τίνος η ανέχεια ήταν μεγαλύτερη!

Είπαν ότι ψάχνω τα εύκολα. Που γράφω τα τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης στο ψυγείο κι από κάτω την καινούρια διεύθυνσή μας, ώστε αν πέσω και λιποθυμήσω, αν χτυπήσω το κεφάλι μου και μείνω στον τόπο, να μπορούν τα παιδιά μου να καλέσουν βοήθεια και να πουν που μένουμε. Όχι για μένα, για εκείνα. Γιατί δεν θα έρθει κανείς να τα ηρεμήσει και να τα πάρει αγκαλιά. Δεν υπάρχει κανείς! Θα περιμένουν το βράδυ να γυρίσει ο μπαμπάς τους.

Είπαν ότι κυνηγάω τα πολλά λεφτά. Ωωω, ναι! Το άκουσα κι αυτό! Ότι δηλαδή είχα επιλογές και είναι θέμα προώθησης καριέρας και όχι επιβίωσης να φύγω μακριά από κάθε τι που είχα συνηθίσει, που το αισθανόμουν οικείο κι ασφαλές για να βγω σε ένα περιβάλλον που έπρεπε να μάθω από την αρχή πως λειτουργεί, με τόσους ανθρώπους ήδη εδώ να το αισθάνονται οικείο κι ασφαλές. Μιλώντας μια γλώσσα που έπρεπε να μάθω από την αρχή και με ακόμα περισσότερους ανθρώπους σαν κι εμένα που ξεκίνησαν με τις οικογένειές τους από ένα άλλο αεροδρόμιο, μια πύλη που περίμεναν να ανοίξει και ένα σπίτι που μπήκε σε κιβώτια.

Σε όλους αυτούς, δεν μπορώ να εξηγήσω το παραμικρό. Δεν θα μπορούσα να περιγράψω με λέξεις αυτό που χρειάστηκε να κάνουμε οικογενειακώς, χωρίς να είναι επιλογή μας. Επιλογή μας ήταν μόνο η αξιοπρέπεια και ένα διαφορετικό μέλλον για τα παιδιά μας. Δεν μπορώ να βρω όμως λέξεις να τους πω, πόσο δύσκολο είναι. Ίσως να μπορούσαν κάτι να καταλάβαιναν αν τους είχα μαζί μου εδώ, τώρα, μπροστά σ’ αυτή την πύλη που περιμένω να ανοίξει. Έτσι δίπλα μου για λίγο. Και λίγο μέσα μου. Να έμπαιναν στο ίδιο αεροπλάνο μαζί μου για να γυρίσουν πίσω, στην Ελλάδα. Να μπορούσαν να προσγειωθούμε μαζί και πάλι στην Αθήνα. Να σέρναμε μαζί τη βαλίτσα μέχρι το πατρικό μου.

Για να βγάλουν τα μαύρα ρούχα, να τα σιδερώσουν και να τα φορέσουν αύριο στην κηδεία της μαμάς μου. Που πέθανε εδώ, όταν εγώ ήμουν 1.800 χιλιόμετρα μακριά και είπε στην αδερφή της που της κρατούσε το χέρι λίγο πριν πεθάνει : «Μην πάρεις τώρα το κορίτσι. Δεν μπορεί να κάνει κάτι κι είναι μακριά. Θα στεναχωρηθεί! Πάρ’ την αύριο! Εγώ τους συγχωράω. Όλους τους συγχωράω και τους αγαπάω!! Να πεις στις εγγόνες μου ότι τις αγαπάω!»

 

 

Κ.Λ