Ξημερώνει, πονάς. Σηκώνεσαι, ετοιμάζεσαι για το σχολείο, πονάς. Φτιάχνεις ένα τοστ στην ήσυχη ατμόσφαιρα. Μοναδική ηρεμία αυτή η στιγμή που κοιμούνται όλοι. Ο πόνος σου είναι εκεί. Χαλαρώνεις, πονάς. Απόηχοι από την προηγούμενη μέρα, γεμίζουν το μυαλό σου και κάνουν την ησυχία να φαντάζει ακόμα πιο μεγάλη και πιο χαλαρωτική, μα χαμόγελο δε σχηματίζεται στα χείλη. Πονάς. Θέλεις να κλάψεις, μα τώρα δεν υπάρχει κανένας λόγος για δάκρυα. Εξακολουθείς να πονάς, νομίζεις χωρίς λόγο. Το μυαλό ξεφεύγει και πάλι στις υστερικές της φωνές και το ξέσπασμα του θυμού της. Εκείνο το μεταμορφωμένο τέρας που βγαίνει από μέσα της, την ώρα που βλέπεις τα δάχτυλα σαν αρπαχτικά να αρπάζουν τα μακριά ως τη μέση μαλλιά σου. Ίσως να κόψεις τα μαλλιά. Συγκεντρώνεσαι στο ξεροψημένο τοστ. Έτοιμο δείχνει. Την ώρα που το βγάζεις η τοστιέρα σε καίει. Είναι τόσο αργή η αντίδρασή σου, που μοιάζει σχεδόν σαν να μην αντιδράς. Πονάς για το βλέμμα του χθες όχι για το κάψιμο του σήμερα.

Θέλεις να κλάψεις, μα ποιος ο λόγος; Τα χθεσινά; Μα είναι ίδια με τα προχθεσινά κι εκείνα πάλι ίδια με τις εικόνες της προηγούμενης μέρας, του προηγούμενου μήνα, του προηγούμενου χρόνου. Πονάς. Μα δεν κλαις. Δε θες να δώσεις την ευχαρίστηση πως σε λύγισε. Δε θέλεις να βλέπεις την ικανοποίηση στο ξέσπασμα του ανεξέλεγκτου θυμού. Πονάς. Κοιτάς το ρολόι, παίρνεις την τσάντα σου. Είναι βαριά, τα λουριά «κόβουν» τους ώμους. Πονάς, όχι για τα λουριά, αλλά για τα χθεσινά της ουρλιαχτά. Δεν αντιδράς. Φεύγεις, βιαστικά. Βγαίνοντας, σκοντάφτεις στο πεζοδρόμιο και γρατζουνάς χέρια και γόνατα. Τινάζεις βιαστικά τις σκόνες, χαζεύεις το λιγοστό αίμα από τις γρατζουνιές. Πονάς, όχι για τις γρατζουνιές, αλλά για τα λόγια που σου είπε. Δεν αντιδράς. Εξακολουθείς να περπατάς. Το λιγοστό αίμα, έχει φτιάξει μια μικρή γραμμή στη γάμπα και έχει ποτίσει το καλτσάκι. Το κοιτάς. Πόσο όμορφα αγκαλιάζει το καλτσάκι αυτή τη σταγόνα αίμα. Πονάς. Δεν αντιδράς. Ο πόνος μένει μέσα σου. Αυτή η σταγόνα αίμα έχει ένα κομμάτι του πόνου σου. Όχι του τωρινού, αλλά του χθεσινού, και του προηγούμενου, και του πριν από τον προηγούμενο. Αν ανοίξεις τις φλέβες σου θα βρεις πόνο και δάκρυα.

Δεν κλαις εδώ και καιρό με κανονικά δάκρυα. Σαν να στέγνωσαν τα μάτια. Κλαις με την ανάσα σου. Μια παράξενη ανάσα, που κρύβει ένα λυγμό. Πονάς. Αλλά μόνο εσύ ακούς τη δακρυσμένη ανάσα που βρίσκει κι αυτή το δρόμο προς το αίμα σου. Θέλεις να κλάψεις. Αλλά ποιος ο λόγος; Ποιο το νόημα; Πονάς. Εξακολουθείς να ζεις. Αναπνέεις, ποτίζεις το αίμα σου με κρύο, αρμύρα και βουβό, αόρατο δάκρυ. Πονάς.
Όσο περνά ο καιρός, δε νιώθεις πια να κυλά αίμα στις φλέβες σου, αλλά αυτό το μίγμα απελπισμένης αβοηθησίας. Μοναξιά, πόνος, λόγια καρφιά, πόνος, χτυπήματα του κορμιού, πόνος, απογοήτευση, πόνος, ματαίωση, πόνος, ειρωνεία, πόνος. Νομίζεις πως το αίμα σου έχει πια πήξει. Ίσως να μην είσαι καν πραγματικός άνθρωπος. Ίσως να είσαι μια άχρωμη, γκρίζα, διάφανη καρικατούρα. Κάποιοι σε κοιτούν και νομίζεις πως δε σε βλέπουν καν. Σαν η ματιά τους να περνά μέσα από σένα, μετατρέποντάς σε, σε αόρατο ασπρόμαυρο σκίτσο. Πονάς. Δεν αντιδράς.

Νύχτωσε. Κούραση, νυστάζεις μα δε θες να κοιμηθείς. Αυτή η μέρα έχει ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί σου. Πονάς, δεν αντιδράς. Θέλεις να κλάψεις, δεν μπορείς. Σφίγγεις τις γροθιές σου, τα νύχια σου αφήνουν αποτύπωμα στις χούφτες σου. Πονάς, μα όχι όπως εχθές. Ανοίγεις τις χούφτες σου, χαζεύεις τα αποτυπώματα από τα νύχια σου. Πονάς. Δεν αντιδράς. Αρχίζεις και γίνεσαι αόρατος από τον ίδιο σου τον εαυτό. Η ώρα περνά, νυστάζεις, αλλά αντιστέκεσαι πεισματικά στον ύπνο. Δε θες να κοιμηθείς. Η μέρα που βιάζεται να φύγει, σου οφείλει ή μήπως εσύ της οφείλεις; Αρνείσαι πεισματικά να κλάψεις, το θες, μα δε μπορείς, το θες μα δεν το κάνεις. Πονάς. Δεν αντιδράς.
Η νύχτα αρχίζει να επαναστατεί. Θέλει να φύγει. Εσύ παλεύεις μαζί της και νιώθεις πως σε ξεσκίζει. Επιθυμείς να ανοίξεις αυτό το δέρμα και να αφήσεις να ξεχυθεί κόκκινος ο πόνος σου, το δάκρυ σου, η απογοήτευσή σου. Θέλεις να το ανοίξεις και βίαια να απελευθερώσεις όλα όσα έμαθες να κρύβεις. Σε ποιον να τα πεις άλλωστε; Αυτή που έπρεπε να ακούσει, θα είναι η πρώτη που θα τα απορρίψει προκαλώντας μεγαλύτερο ακόμα πόνο. Έμαθες από εκείνη να μην αντιδράς όταν … Πονάς!

Η νύχτα παλεύει άγρια. Αντιστέκεσαι μόνο και μόνο για να νιώσεις πως υπάρχεις και πως αναπνέεις, πως είσαι εκεί αληθινή και όχι ένα διάφανο φάντασμα. Επιθυμείς όλο και περισσότερο να αφήσεις τον πόνο σου να φύγει. Νιώθεις πως αν ανοίξεις μια χαρακιά στο δέρμα για να βρει διαφυγή, δε θα υπάρξει επιστροφή. Λύτρωση. Στάλα, στάλα θα έρθει η αποβολή του πόνου μαζί με μια μακάρια ίσως μόνιμη λύτρωση.

Η εξάντληση νίκησε. Το πρωί δε μπορείς να ανταποκριθείς στο χτύπημα του ρολογιού. Ακόμα είσαι εκεί, διάφανη, ζωντανό φάντασμα με ένα θυμό μέσα σου για τον ανοιχτό χθεσινό λογαριασμό. Ο πόνος σου έμεινε και πάλι μέσα σου, δε βρήκε τρόπο να ξεχυθεί, σε πνίγει. Αναστενάζεις έναν λυγμό, δεν κλαις. Πονάς.

Πάλι η ίδια ρουτίνα, πάλι στο σχολείο. Χαρούμενα πρόσωπα, γέλια, πειράγματα. Δεν αντιδράς. Νιώθεις πως είσαι σε μια βιτρίνα και χαζεύεις τον κόσμο από μακριά, δεν τους αγγίζεις, δε σε αγγίζουν. Πονάς. Δεν αντιδράς. Κάποιος πλησιάζει σε ρωτά «πώς είσαι;» και πριν ανοίξεις το στόμα να μιλήσεις απαντά μηχανικά «χαίρομαι που είσαι καλά!», χαρίζει ένα χαμόγελο και φεύγει για να βρει την υπόλοιπη παρέα. Είσαι αόρατη. Πονάς.

Ο καιρός περνά κι εσύ απλά μεταφέρεις το κορμί σου από τη μια υποχρέωση στην άλλη. Μαζί σου ο πόνος σου και το ανέκφραστο πρόσωπό σου. Στις παρέες δε μπορείς να ενταχθείς. Εκείνοι έχουν δικαίωμα στο συναίσθημα. Εσύ όχι. Τώρα πια σε λένε αναίσθητη, σε αποφεύγουν. Δεν αντιδράς με τον τρόπο που είναι κοινωνικά αποδεκτός. Δείχνεις πως δε σοκάρεσαι με τίποτα, πως δε σε ενοχλεί ένας τραυματισμός, το αίμα, η δυστυχία, η πείνα του κόσμου. Στις συζητήσεις στα πηγαδάκια οι άλλοι μπορούν να κυματίζουν στη θάλασσα των συναισθημάτων τους. Εσύ κατανοείς την ανθρώπινη δυστυχία, μόνο που δεν αντιδράς. Πριν δε σε έβλεπαν, τώρα δε θέλουν να σε βλέπουν. Αόρατη. Πονάς. Δεν αντιδράς.
Τα βράδια έχουν γίνει πια άγρια, βασανιστικά. Δεν πονάς μόνο όταν κοιμάσαι. Κι ο θάνατος μοιάζει κι αυτός με ύπνο. Μήπως και τότε δεν πονάς; Σκέφτεσαι πως αν πεθάνεις, μάλλον δε θα λείψεις σε κανέναν. Πονάς, σχεδόν δε σε νοιάζει πια. Δεν αντιδράς.

Σκέψεις οριακές, σκέψεις κρύες, αρμυρές. Κάποια παιδιά ακολουθούν αυτή τη μαύρη δύνη που φυτεύτηκε, χωρίς να το ζητήσουν, στο νου τους. Το σπιράλ αυτό καταλήγει σε έναν πολύ συγκεκριμένο και αδιέξοδο μονόδρομο, τη μόνιμη φυγή. Εκτός κι αν… ΑΝ βρεθεί έστω και ΕΝΑΣ άνθρωπος να τα κοιτάξει στα μάτια και να κάτσει εκεί δίπλα τους να τα αφουγκραστεί, ΟΣΗ ΩΡΑ χρειαστεί, κι ας μη λέει τίποτα. Δε χρειάζονται λόγια για να νιώσει κάποιος τον πόνο. Η διεργασία εσωτερίκευσης του πόνου, είναι μακροχρόνια, με νήματα γερά, λεπτά και αόρατα που μπλέκουν μεταξύ τους σε κάθε κίνηση του νου, δεν είναι δυνατόν να «λυθεί» σε μια στιγμή. Κοιτάξτε τα παιδιά στα μάτια τους κι αφήστε τον εαυτό σας διαθέσιμο ΑΚΡΟΑΤΗ. Εκείνο παλεύει μέσα του κι ας μη φαίνεται τίποτα. Κάποια στιγμή, θα βρει το δρόμο και θα νιώσετε το χέρι που θα απλώσει πάνω σας για να κρατηθεί, την ανάσα που θα πάρει σαν πνιγμένο, ξερνώντας από μέσα του αδέξια, πόνο, αγωνία και ορμή. Θα νιώσετε την απελπισμένη επιθετικότητά του, που ίσως σας λερώσει, σας τσαλακώσει, σας πληγώσει. Το γράπωμά του θα είναι άτσαλο, σκληρό, επίπονο, μέχρι να πάρει τις πρώτες ανάσες και να αρχίσει να βρίσκει τον εαυτό του. Μπορείτε να γίνετε ακροατές; Αξίζει.