Τσάπτερ 1
Ήταν μια κρύα, σαββατιάτικη βραδιά το Φλεβάρη του σωτηρίου έτους 1991, λίγο μετά την άλωση της Πόλης δηλαδίς. Τότε, ο νυν συζυγάτος και εμού του αιδοίου, εεεεε , πιπέρι, η υποφαινόμενη εννοούσα, αναλάβαμε την αιωνία δέσμευση – Δεν ήξερες – δε ρώταγες ;- για αγάπη στα εύκολα και στα δύσκολα, σε ασθένεια και στο θάνατ… ωπ, καλά , το χοντραίνουμε ! Στα 50τμ., στο εσωτερικό δυάρι πάνω από το »Κοσμικόν» ζούσαμε τον έρωτα μας, κολλώντας στα σιρόπια, και όχι μόνο του γαλακτομπούρεκου, κάνοντας εκ του παραλλήλου όνειρα για το μέλλον, όνειρα πλείστα εκ των οποίων περιελάμβαναν χαρούμενες φωνούλες χαμογελαστων μωρών, ξέρετε, αυτά από τις παμπερο-διαφημίσεις, και ουδέποποτε στριγκλιές κολικών. Επίσης,τρυφερές, και πιο κίνκυ ενίοτε, ερωτικές βραδιές μέχρι τα βαθιά μας γεράματα αλλά νοτ#νοτ# περιμένοντας εφηβάκια να επιστρέφουν νηφάλια, αρτιμελή από κλουμπιν(γκ). Ώσπου μια μέρα…

Τσαπτερ 2
… Το καλάθι – ευμεγέθες, καλαίσθητο και μπαμπουδοπλεγμένο, ΞΕΧΕΙΛΙΣΕ!!!! Μπλουζάκια, τζινάκια, εσώρουχα και φόρμες ποικίλων χρωματισμών πρόβαλαν ανερυθρίαστα απο το κενοοοοοοο – τόσο, που λέει ο λόγος, μεταξύ καπακιού και κάτω μέρους . Αρχικά, εποιήσαμεν την νήσσαν: Εκτελούσαμε τις διαδρομές λεκάνη – νιπτήρας – πόρτα – μπανιέρα ησύχως και σφυρίζοντες αδιάφορα. Δεν τα ενοχλούσαν – Δεν μας ενοχλούσαν.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τις τσέπες – πορτοφόλια – τραπεζικό λογαριασμό, ο εν λόγω κατηραμένος κάλαθος συνέχιζε να γεμίζει και το ποικιλόχρωμο περιεχόμενο του να διογκώνεται. Οου σιιιιτ…..Εικόνες πρωτόγνωρες! Νιώθαμε να μας «κοιτούν» ενώ πλέναμε τα χέρια μας πριν το φαγητό, κατά τη διάρκεια του ντουζ. Ευτυχώς ήτο διακριτικά σε άλλες πιο… προσωπικές στιγμές. Οι εγκεφαλικοί μας νευρώνες έπιαναν τηλεπαθητικά, επίμονα παράσιτα με μορφή συγκεκαλυμμένης απειλής: Πού θα πάει ρε ανεπρόκοποι; Πόσο θα αντέξετε ρε ρεμάλια; Το σύνθημα ήταν «τελευταίο καθαρό μπορδοροδοκόκκινο σατέν βρακί» και το παρασύνθημα «τελευταίο καθαρό φούτερ».

Τσαπτερ 3
Συνεννοημένοι μόνο με τα μάτια, μπήκαμε στην κουζίνα του προαναφερθέντος δυαριού -ίσα ίσα χωρούσαμε εμείς και το πολυμίξερ δώρο της κουμπάρας στο γάμο- και, αφού κλείσαμε την πόρτα Α Θ Ο Ρ Υ Β Α, ψιθυριστά και χαμηλόφωνα, εξετάσαμε κάθε πιθανή οπσιόν αντιμετώπισης του μεγίστου πλέον προβλήματος. α) φορώντας μαύρα γυαλιά, καμπαρντίνα και αποκριάτικη περούκα, ξεφορτωνόμαστε καλάθι μετά του περιεχομένου του σε κάδο απορριμμάτων εν τω μέσω της νυκτός. Ακολούθως, απομακρυνόμαστε με αργό, αδιάφορο βήμα στο σκοτάδι.
β) (το γνωστόν και ως πλαν μπι)
Άμεση μεταφορά του περιεχομένου του καλαθιού στο φυσικό του περιβάλλον, ήτοι, στα πατρικά μας σπίτια. Ιν άδερ γουόρντς, Μαμά, may day! Σος μάνα! (Με συνοπτικές διαδικασίες, απορρίπτεται και να προσέλθει το Σεπτέμβρη με τον κηδεμόνα του. Όχι γιατί ήμασταν πια μεγάλα παιδιά #νοτ#. Αλλά διότι οι μητέρες, είχαν ήδη πρωτοκολλήσει και δημοσιεύσει στο ΦΕΚ το επαναστατικό μανιφέστο: φτου ξελεφτερία, βγαίνουμε και τα φυλάτε εσείς!!!!μπουχαχα….ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση….κάρτα αλλαγής δεν έχετε…. απόδειξη; κάτι τις ; (ακούγεται κλέφτικο σφύριγμα )
γ) το »μακρύτερο» ή αλλιώς, αγγούρι.
Έχοντας ήδη διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει κανένα ενδεχόμενο τα ρουχαλάκια μας να είχαν εκπαιδευτεί από τις μαμάδες μας ώστε να μπαίνουν μόνα τους στον κάδο του πλυντηρίου, καταφύγαμε στην εσχάτη λύση: το μάνιουαλ του πλυντηρίου.

Τσαπτερ 4
26 χρόνια και 4 παιδιά αργότερα (Όλα κουκλιά φτου να μην τα ματιάξω!!!), αναζητούμε επιστημονική εξήγηση στο πανανθρώπινο ερώτημα: Πώς στον π@#@τσο, εντός μισής ημέρας, το άδειο καλάθι απλύτων, ξαναγεμίζει;;;;;
Εάν κανείς γνωρίζει, περικαλώ ρίψατε σημείωμα! Επιστρέφω αμέσως! (Καλά, αν αργήσουμε, αναζητήστε μας στον κάδο. Θα πνίγουμε τον πόνο μας στις μπουρμπουλήθρες του αριέλ).
ΥΓ. Ο έρως – παραδόξως; – είναι ακόμη εδώ ! Το αυτό επιθυμώ και δι’υμάς!