Κλείνει τα μάτια της. Ναι, σίγουρα νιώθει ευτυχισμένη. Είναι ερωτευμένη. Με εκείνον. Την κρατά σφιχτά από το χέρι. Νιώθει τον παλμό του στα δάχτυλά της. Γυρίζει και τον κοιτά. Νιώθει πάλι την ανάγκη να γευτεί το στόμα του. Την σταματάει και την τραβάει πάνω του. Τα χείλη του γλιστρούν πάνω στα δικά της και μαζί χάνονται σε ένα ανεξέλεγκτο φιλί. Οι άνθρωποι γύρω τους αδιάφορα αγάλματα σε μια παγωμένη εικόνα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο οι δυο τους. Το πρόσωπό του. Αγγίζει κάθε του γραμμή. Τα μάτια του καθρεφτίζουν το μέλλον της. Σχεδόν βλέπει τον εαυτό της μέσα σε αυτά να ολοκληρώνεται. Της ψιθυρίζει στο αυτί αυτά που θέλει να ακούσει. Η φωνή του, ζεστή, την ηρεμεί. Η μυρωδιά του μεθυστική. Το σώμα της αδημονεί να ενωθεί με το δικό του. Σε έναν γυμνό παθιασμένο χορό. Δεν έχει την αίσθηση του χρόνου. Δεν την ενδιαφέρει η λογική, μόνο να νιώσει, εκείνον, γύρω της, πάνω της, μέσα της. Χάνεται ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Νιώθει την καρδιά του να χτυπά δυνατά, κάτω από το ιδρωμένο του στήθος. Κλείνει τα μάτια της για μία στιγμή και αναστενάζει. Είχε βρει το άλλο της μισό.

Κλείνει τα μάτια του. Πάντα το έκανε όταν ήθελε να βρεθεί στο καταφύγιό του. Μόνος, μακριά από όλα. Αυτήν τη φορά κάτι είχε αλλάξει. Δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά έτσι στη ζωή του. Ήταν τρομαγμένος. Φοβόταν να αφεθεί. Δε θα άντεχε αν την έχανε. Εκείνη όμως δεν του έδινε περιθώρια. Η παρουσία της τον αιχμαλώτιζε. Το άρωμά της τον μάγευε. Το άγγιγμα της τον αναστάτωνε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ήταν δικός της. Την άφησε να προχωρήσει μπροστά του και στάθηκε ακίνητος να την κοιτά. Τα μακριά σγουρά μαλλιά της είχαν παραδοθεί στην ορμή του ανέμου, αποκαλύπτοντας τη γυμνή της πλάτη. Σταμάτησε και γύρισε προς εκείνον. Το βλέμμα της έκανε την καρδιά του να χτυπά. Το χαμόγελό της έγινε το νόημα της ζωής του. Θα έκανε τα πάντα για εκείνη. Έρχεται κοντά του και αγγίζει απαλά τα χείλη του με τα δικά της. Μαγεία. Την τραβά επάνω του. Οι καμπύλες της του κόβουν την ανάσα. Όλα είναι θολά, τα σώματά τους ενωμένα, οι αναπνοές τους γρήγορες, χαμένοι στον δικό τους κόσμο, στον παράδεισό τους, στην κόλασή τους. Είναι ευτυχισμένος. Ερωτευμένος. Με εκείνη. Κλείνει τα μάτια του για μία στιγμή και αναστενάζει. Εκείνη ήταν πια το καταφύγιό του.

Ανοίγει τα μάτια της. Από κάπου ακούγεται ένας θόρυβος που την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Πού είναι εκείνος; Γιατί είναι μόνη της; Ήταν τόσο αληθινό. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί να ήταν μόνο ένα όνειρο. Η καρδιά της πάει να σπάσει, είναι ιδρωμένη, ερεθισμένη. Κλείνει το ξυπνητήρι. Δε θέλει να πάει στη δουλειά. Θέλει να κοιμηθεί πάλι, να προσπαθήσει να ονειρευτεί, να δει εκείνον ξανά. Θυμάται κάθε γραμμή του προσώπου του. Τη φωνή του. Ίσως αν τον σκέφτεται έντονα όλη την ημέρα, να μπορέσει να τον κάνει να επιστρέψει. Νιώθει θλίψη, απώλεια. Συνειδητοποιεί ότι δε θα τον ξαναδεί. Ότι δεν υπάρχει. Σηκώνεται από το κρεβάτι, πηγαίνει στο μπάνιο και κοιτάζει στον καθρέφτη. Το πρόσωπό της ξαναμμένο. Ρίχνει νερό. Επιστρέφει στο δωμάτιό της και κοιτά έξω από το παράθυρο. Βρέχει. Πρέπει να ετοιμαστεί γρήγορα για το γραφείο, σίγουρα θα έβρισκε κίνηση στον δρόμο.

Ανοίγει τα μάτια του. Γυρίζει το κεφάλι του. Δίπλα του ξαπλωμένος ο σκύλος του, κοιμάται. Η τηλεόραση είναι ακόμα ανοιχτή από το προηγούμενο βράδυ. Ξάπλωσε πολύ κουρασμένος. Πιάνει το μέτωπο του και αρχίζει να το τρίβει. Χαμογελάει. Ήταν όνειρο. Όνειρο. Φωνάζει στον εαυτό του να συνέλθει. Δε μπορεί όμως να τη βγάλει από το μυαλό του. Προσπαθεί να θυμηθεί τι ταινία έβλεπε χτες, τι κουβέντες είχε ανταλλάξει στο μπαρ με τους φίλους του, ψάχνει να βρει τι τον επηρέασε να δει αυτό το όνειρο. Με εκείνη. Δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα. Η καρδιά του χτυπά ακόμα έντονα. Σηκώνεται από το κρεβάτι. Χρειάζεται καφέ. Και λίγα λεπτά να ηρεμήσει για να μπορέσει να πάει στο μπάνιο. Είναι ακόμα πολύ ερεθισμένος. Χαμογελάει ξανά. Πρέπει να σταματήσει να τη σκέφτεται. Δεν είναι αληθινή. Κοιτά έξω από το παράθυρο. Βρέχει. Πρέπει να ετοιμαστεί γρήγορα για το γραφείο, τον περιμένει πολύ δουλειά σήμερα. Για μια στιγμή σκέφτεται να κάνει τον άρρωστο, να μείνει στο σπίτι, στο κρεβάτι, να ξανά κοιμηθεί. Εκείνη την ώρα ξυπνά ο σκύλος του και τρέχει πάνω του. Τινάζει το κεφάλι του, χαϊδεύει το σκυλί, πίνει την τελευταία γουλιά του καφέ και μπαίνει στο μπάνιο να ετοιμαστεί.

Μαζεύει την τσάντα της, φορά το παλτό της, παίρνει την ομπρέλα της και βγαίνει από το διαμέρισμά της. Στο ασανσέρ φτιάχνει λίγο τα μαλλιά της και διορθώνει το κραγιόν της. Μπαίνει στο πάρκινγκ και απενεργοποιεί τον συναγερμό του αυτοκινήτου της. Ανοίγει την πόρτα, αλλά πριν καθίσει βλέπει το λάστιχο σκασμένο. Δεν έχει χρόνο, κλειδώνει πάλι το αυτοκίνητο και βγαίνει στον δρόμο. Κάνει νόημα στο πρώτο ταξί που περνά.

Είναι έτοιμος. Ο σκύλος του έχει έρθει μπροστά του με το λουρί του στο στόμα και με την ουρά να κουνιέται σαν υαλοκαθαριστήρας στη γρήγορη σκάλα. Δε θα γίνει τίποτα αν αργήσει λίγο να πάει στη δουλειά, θα σκεφτεί κάποια καλή δικαιολογία όσο πάει το φιλαράκι του μια γρήγορη βόλτα. Άλλωστε σήμερα θα έπαιρνε ταξί. Ποτέ δεν οδηγούσε τη μηχανή με βροχή. Πήρε την ομπρέλα του και βγήκανε στον δρόμο. Δεν είχε σταματήσει από την ώρα που ξύπνησε να σιγομουρμουρίζει το τραγούδι που του κόλλησε από το προηγούμενο βράδυ. ‘’ … every time I see you all the rays of the sun are streaming through the waves in your hair…’’

Είχε πολύ κίνηση. Είχε ήδη ειδοποιήσει τον διευθυντή της ότι θα αργούσε. Η διαδρομή ήταν ατελείωτη. Δεν είχε σταματήσει από την ώρα που ξύπνησε να σιγομουρμουρίζει το τραγούδι που της κόλλησε από το προηγούμενο βράδυ στο μπαρ. ‘’ … and I know the night is fading… and I know the time’s gonna fly…’’. Η βροχή είχε δυναμώσει κι άλλο. Άρχισε να ονειροπολεί. Εκείνος ήρθε πάλι στο μυαλό της. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Ξαφνικά άκουσε τη φωνή του οδηγού. Της ζητούσε την άδεια να πάρουν μαζί τους εκείνον τον νεαρό που τους έκανε νόημα μουσκεμένος. Αφηρημένα δέχτηκε.

Εκείνος μπήκε μέσα βιαστικά και έκατσε δίπλα της. Εκείνη στράφηκε προς το παράθυρο. Με την άκρη του ματιού του, πρόσεξε φευγαλέα τα μακριά σγουρά μαλλιά της, την ώρα που έλεγε στον οδηγό που ήθελε να πάει. Στο άκουσμα της φωνής του, άρχισε να χτυπά δυνατά η καρδιά της. Κούνησε το κεφάλι της, τι παιχνίδια της έπαιζε η φαντασία της; Γύρισε το πρόσωπό της και τον αντίκρισε. Το ξαφνιασμένο επιφώνημά της τον έκανε να την κοιτάξει. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και έμειναν άφωνοι, χαμένοι ο ένας στα μάτια του άλλου, ξαναζώντας το όνειρό τους.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, κατέβηκαν από το ταξί. Αρκετά χρόνια μετά, ο έρωτάς τους παραμένει τόσο παθιασμένος, όσο εκείνη τη βροχερή μέρα. Είναι το άλλο της μισό. Είναι το καταφύγιό του.

[…]I know all the rules and then I know how to break ’em
And I always know the name of the game
But I don’t know how to leave you
And I’ll never let you fall
And I don’t know how you do it
Making love out of nothing at all[…]

Ράνια Γεννατά & Δάνης Ρούσσος