Ο Γιώργος βρισκόταν στην δουλειά. Ήταν μια συνηθισμένη, βαρετή μέρα χωρίς τίποτα το συνταρακτικό. Όπως και για εκείνον άλλωστε ο τελευταίο καιρός κυλούσε αργά και βασανίστηκα. Δεν πάει πολύς καιρός που είχε χωρίσει με την κοπέλα του και προσπαθούσε να σταθεί και πάλι στο πόδια του σκεπτόμενος τα όσα είχαν γίνει τους τελευταίους μήνες.

Κοίταξε στον υπολογιστή του και κοίταξε στα mails του. You have 1 new message.
Πάτησε το μήνυμα να ανοίξει. Ήταν από την φίλη του την Ειρήνη. «Κλείσαμε με τα παιδιά διακοπές για Σίφνο σε 10 μέρες. Σου έστειλα μήπως θες να έρθεις. Θα περάσουμε σουπερ. Περιμένω απάντηση σου”
Το πρόσωπο του έλαμψε. Χωρίς να χάσει καιρό σήκωσε το κινητό και πήρε την φίλη του.
«Εννοείται πως είμαι μέσα.” της απάντησε .

Οι επόμενες μέρες πέρασαν σαν νερό, και πολύ σύντομα το παρεάκι έφτασε στο νησί του Τσελεμεντέ και των υπέροχων κεραμικών. Ήταν ακόμα πρωί και όλοι άφησαν τα πράγματα όπως όπως στα δωμάτια, έβαλαν μαγιό, σαγιονάρες, πήραν τα απαραίτητα αντηλιακά και τις ρακέτες τους και βουρ για την παραλία. Ξαφνικά ο Θοδωρής, το τρίτο αγόρι της παρέας είδε από μακριά μια παλιά του γνωστή.
«Μαργαρίτα!! Τι κάνεις;” της φώναξε. Εκείνη μόλις τον είδε χάρηκε και άρχισε να έρχεται προς το μέρος του. Ο Γιώργος σταμάτησε για λίγο τις ρακέτες και έστρεψε το βλέμμα του σε εκείνη. Το σώμα της τον είχε μαγνητίσει, και το πρόσωπο της έλαμπε στο φως του ήλιου. Βλέπεις όταν είσαι 20 χρονών ο χρόνος δεν σε έχει ακουμπήσει καν.
«Μα τι μου συμβαίνει;”αναρωτήθηκε. «Ερωτεύτηκα;;”

«Έρωτες; Αυτά είναι για μικρά παιδιά” έλεγε πάντα. Στα 30 σου έχεις πάψει πια να πιστεύεις σε νεανικές επιπολαιότητες. Αλλά ξέρεις, είναι από εκείνες τις φορές που κάτι απλό, χαλαρό, καλοκαιρινό γκρεμίζει όλες τις θεωρίες και τις άμυνες σου σαν να είναι χάρτινος πύργος και που θες δεν θες σε βάζει στο τρυπάκι να πιστέψεις πως τελικά ο έρωτας είναι αναπόφευκτος κεραυνοβόλος και το κυριότερο ότι σκάει πάντα εκεί που δεν το περιμένεις.Την σκέψη του διέκοψαν τα λόγια της:
«Είμαι εδώ με 2 φίλους και το αγόρι μου” απαντούσε στον Θοδωρή.

Ξαφνικά σκοτείνιασε. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να αφήσει να χαθεί αυτό που άρχισε να φουντώνει μέσα του. Τις επόμενες μέρες την έψαχνε διαρκώς. Φρόντιζε πάντα να πηγαίνουν για μπάνιο εκεί όπου θα ήταν κι εκείνη και σιγά σιγά άρχισε η πρώτη επικοινωνία μεταξύ του. Όχι τίποτα ιδιαίτερο μιας κι εκείνη ήταν συνεχώς με τον φίλο της. Μιλούσαν για τα ενδιαφέροντα τους, χορεύαν που και που σε κανένα μπαράκι, αντάλλαξαν και τηλέφωνα. «Σίγουρα θα σε πάρω να πάμε για καφέ στην Αθήνα” της είπε.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ευχάριστα για όλους. Ποτά, ξενύχτια, και πολύ γέλιο. Ο Γιώργος έλαμπε. Ήταν ξεκάθαρα ερωτευμένος με την Μαργαρίτα κι όταν είσαι ερωτευμένος μόνο η καρδιά σου σε οδηγεί. Η λογική θαμπώνει και την σκυτάλη παίρνει το συναίσθημα κι όπου σε βγάλει. Είναι σαν μια ατομική βόμβα που όπου πέφτει καταστρέφει τα πάντα γύρω της.

Μόλις επέστρεψαν, εκείνος δεν έχασε την ευκαιρία και μετά από 2 μέρες της τηλεφώνησε.
«Τι θα έλεγες να πάμε για ένα καφέ να τα πούμε από κοντά; Μήπως έχει πρόβλημα ο φίλος σου;” Τα δευτερόλεπτα μέχρι να του απαντησει πέρασαν βασανιστικά.
«εε… χωρίσαμε μωρέ! Δεν πήγαινε άλλο” Το πρόσωπο του άστραψε και πάνω απ΄το κεφάλι του ήταν λες και έσκαγαν πυροτεχνήματα.

Σε δυο ώρες ήταν κάτω από το σπίτι της. Την πήρε και πήγαν σε ένα ωραίο μπαράκι της παραλιακής. Μιλούσαν για ώρες. Εκείνος την ρωτούσε συνεχώς για να μάθει όσα πιο πολλά μπορούσε για εκείνη. Δεν είχε πάρει όλο το βράδυ τα μάτια του από πάνω της, και όσο περνούσε η ώρα την ερωτευόταν ακόμα πιο πολύ. Όταν η βραδιά τελείωσε εκείνος την συνόδεψε στο αυτοκίνητο. Της ανοίγει την πόρτα και μόλις μπαίνουν και οι δύο στο αμάξι, χωρίς να το πολυσκεφτεί, την παίρνει αγκαλιά. Αρχίζει να την φιλάει και να της χαϊδεύει το κορμί της από άκρη σ άκρη. Ήταν τόσο πολύ το πάθος του, που παραλίγο να την χτυπήσει άθελα του, κι εκείνη δυσφόρησε και τον σταμάτησε σπρώχνοντας τον και λίγο πίσω.
«Συγγνώμη γι αυτό” της είπε αμήχανα. Εκείνη του χαμογέλασε. «Ώρα να γυρίσουμε” είπε απλά.

Τις επόμενες μέρες συνέχισαν να έχουν μια πιο στενή επικοινωνία, δημιουργώντας μια πολύ όμορφη σχέση. Τι σημασία είχε αν εκείνος ήταν 30 και εκείνη μόλις 20; Αυτός έπαιρνε από εκείνη την ενέργεια και την όρεξη της για ζωή, κι εκείνη από αυτόν κάτι από τις εμπειρίες του.

Μεγάλο πράγμα ο έρωτας τελικά. Σε κάνει να ανακαλύπτεις αποθέματα ενέργειας που έχεις μέσα σου και που ποτέ δεν πίστευες ότι έχεις μέχρι κάποιος να στα βγάλει στην επιφάνεια.

Ο πρώτος χρόνος της σχέσης τους ήταν πραγματικά σαν παραμύθι. Ποτά, χορός, γέλια έρωτας δίχως τέλος. Όταν καταλάγιασε πια το πάθος κάπως, τα προβλήματα της ζωής άρχισαν πάλι να βγαίνουν στην επιφάνεια. Ο Γιώργος είχε μια πολύ βαρετή και ανιαρή δουλειά και η Μαργαρίτα έπρεπε να δει τι θα κάνει με τις σπουδές της. Ένα βράδυ που είχαν βγει για φαγητό είχε πάρει την απόφαση να της μιλήσει.
«Ξέρεις, θα ήθελα να πάω για δουλειά στο εξωτερικό” της είπε.
«Κι εγώ μόλις έλαβα θετική απάντηση για ένα πανεπιστήμιο της Γαλλίας. Θα σπουδάσω νομική εκεί!”
Τα λόγια της τον χαροποίησαν και τον πάγωσαν την ίδια στιγμή. Ήταν πολύ περήφανος για εκείνη άλλα ήξερε που θα οδηγούσε αυτή της η απόφαση.

Η Μαργαρίτα είδε ότι το βλέμμα του Γιώργου σκοτείνιασε και αμέσως του απάντησε «Θα το παλέψουμε μαζί”. Όμως τα λόγια της έμοιαζαν να έπεφταν σε τοίχο. Η εμπειρία του δεν μπορούσε να ξελογιαστεί από τον νεανικό παρορμητισμό της αυτή την φορά.

Οι μέρες μέχρι η Μαργαρίτα να φύγει περνούσαν βίαια, αργά, βρίσκοντας τον Γιώργο πολλές φορές να ξυπνάει πνιγμένος στο κλάμα του, και τους εφιάλτες να του χτυπάνε κάθε βράδυ την πόρτα. Θα το πάλευε όμως. Δεν ήταν από τους άντρες που τα παρατάνε.

Όσο η Μαργαρίτα βρισκόταν στο εξωτερικό εκείνος πίσω στην Ελλάδα είχε αρχίσει να οργανώνεται. Σε μερικούς μήνες Θα πήγαινε στην Γερμάνια, μιας και ήξερε Γερμανικά και θα έβρισκε δουλειά εκεί για να είναι σχετικά κοντά της. Άλλωστε γαλλικά δεν ήξερε και η Μαργαρίτα του είχε δηλώσει εξαρχής ότι ήταν πολύ μικρή για να συγκατοικήσει με κάποιον.

Τους επόμενους μήνες την επισκέφθηκε αρκετές φορές στην Γαλλία για να είναι κοντά της στο νέο της ξεκίνημα. Κάθε ταξίδι του έπαιρνε 10- 12 ώρες μέχρι το σπίτι της καθώς οι ανταποκρίσεις ήταν δύσκολες. Είχε καταντήσει ένας ερωτικός μετανάστης και πολλές φορές έμενε κλεισμένος όλο το μήνα στο σπίτι προκείμενου να μαζέψει τα λεφτά που χρειαζόταν για το κάθε ταξίδι του. Κάθε φορά όμως που την επισκεπτόταν εκείνη έμοιαζε με ένα διαφορετικό άνθρωπο από εκείνο που είχε γνωρίσει. Περιτριγυρισμένη πια από συνομήλικους της, είχε αρχίσει να έχει καινούργια ενδιαφέροντα και απομακρύνεται όλο και περισσότερο από κοντά του. Ότι κι αν έκανε Ο Γιώργος ήταν μάταιο. Ήταν σαν να είχε σηκωθεί ένα τοίχος μπροστά του. Οι τσακωμοί τους ήταν καθημερινοί πλέον και είχε χαθεί κάθε επικοινωνία, ώσπου μια μέρα εκείνη του μίλησε:
«Γιώργο, δεν πάει άλλο θέλω να χωρίσουμε. Νομίζω ότι πιέζομαι”
Εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν είχε τι να πει Ξαφνικά είχαν σβήσει όλα. Ήθελε να της πει ότι είχε παραιτηθεί από την δουλειά του για να πάει μαζί της και ξαφνικά έμεινε χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά και χωρίς τον άνθρωπο που αγαπούσε περισσότερο απ όλους.

Οι επόμενοι μήνες βρήκαν το Γιώργο να είναι ράκος. Με το ζόρι να προσπαθεί να θυμηθεί πως είναι να αγγίζει το κορμί της και τριγύρω του κάποιες διάσπαρτες φωτογραφίες να του θυμίζουν ότι όλο αυτό κάποτε υπήρξε, και δεν ήταν όνειρο.

Όλα όμως γίνονται για κάποιο λόγο και η κάθε σχέση έρχεται ακριβώς την στιγμή που πρέπει, για να σου διδάξει κάτι για σένα, ή για να σου δώσει ένα μάθημα ζωής για το που πρέπει να πας, και τελικά εκείνοι τελείωσαν με αυτά που αρχικά τους ένωσαν. Εκείνος πήρε την αγάπη της για την ζωή ενώ η Μαργαρίτα μέσω των εμπειριών του έριχνε κλεφτές ματιές στο μέλλον μέσα από την κλειδαρότρυπα του χρόνου.