Είναι ένα βροχερό και κρύο χειμωνιάτικο πρωινό. Μου αρέσει πολύ να μένω στο σπίτι με τέτοιο καιρό. Φτιάχνω αρωματικό καφέ φίλτρου και ανοίγω τον υπολογιστή μου. Μία είδηση από μία επαρχιακή πόλη τραβάει την προσοχή μου. Άνοιξε κι εκεί Escape Room.

Άθελά μου ταξίδεψα πολλά χρόνια πίσω. Στην ίδια πόλη και στον πρώτο μου γάμο. Είχαμε γνωριστεί μέσω κοινών γνωστών. Πληγωμένη από μία προηγούμενη σχέση μου, ένιωθα την ανάγκη να προχωρήσω στη ζωή μου. Έτσι η πρόταση μιας συναδέλφου για τον γοητευτικό αρχιτέκτονα φίλο του άντρα της, τράβηξε θετικά την προσοχή μου: «Είναι πολύ καλό παιδί και ενδιαφέρεται για οικογένεια. Ζει στην επαρχία και στις διακοπές κάνουμε πολλή παρέα».

Μετά από δύο εβδομάδες συναντηθήκαμε. Αν και είχε περάσει τα σαράντα, παρέμενε ένα παιδί γεμάτο όνειρα. Είχε χάσει τους γονείς του πολύ μικρός και ήθελε να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. Μου άρεσε το γεγονός ότι έμοιαζε τόσο εύθραυστος. Μου θύμιζε ρομαντικό πρίγκιπα του παραμυθιού, πληγωμένο ανεπανόρθωτα από τις διάφορες γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του. Γρήγορα αποφασίσαμε να είμαστε μαζί και ήδη μου μιλούσε για το γάμο μας: «Στην δική μας ηλικία δεν χρειάζεται να περιμένουμε. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, κατάλαβα ότι είσαι ο άνθρωπός μου. Έχω καλή σειρά. Μένω σε ένα αρχοντικό: στον κάτω όροφο είναι το γραφείο μου και στους δύο επάνω ορόφους η κατοικία μου. Όταν παντρευτούμε, θα σχεδιάσουμε μαζί το δικό μας σπίτι και θα το χτίσουμε δίπλα στη θάλασσα».

Ένιωσα να παρασύρομαι. Να λοιπόν που η ζωή μου επιστρέφει με τόκο αυτά που μου στέρησε. Αγάπη, τρυφερότητα, ευγένεια, ενδιαφέρον. Αυτός ο άντρας ήταν τόσο διαφορετικός και του άξιζε μία σοβαρή δέσμευση. Έτσι αποφάσισα να τον παντρευτώ, μετά από μόλις δύο μήνες γνωριμίας.

Ο γάμος μας έγινε σε πολύ κλειστό κύκλο. Μοναδική προσκεκλημένη από την πλευρά του, η ογδοντάχρονη νονά του, η οποία, όπως μου είπε αργότερα, τον είχε μεγαλώσει σαν παιδί της. Μετά την τελετή, εκείνος μου κράτησε το χέρι, με κοίταξε έντονα στα μάτια και μου είπε: «Τώρα πια είσαι δική μου. Ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Τα λόγια του ακούστηκαν παράξενα. Ένιωσα ότι μάλλον είχα βιαστεί να αποφασίσω. Δεν έδωσα όμως περισσότερη σημασία. Είχα μπροστά μου μια καινούργια ζωή με έναν πρίγκιπα γεμάτο πάθος.

Οι πρώτες μέρες της κοινής μας ζωής δεν ήταν αυτό που περίμενα. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι του, μας υποδέχθηκε η νονά του. «Θα μένει και αυτή μαζί μας. Τη νιώθω σαν μητέρα μου και λυπάμαι να τη βάλω σε γηροκομείο. Άλλωστε το σπίτι είναι τόσο μεγάλο, που δεν θα καταλάβεις καν ότι μένει εδώ», ήταν η εξήγησή του. Το βράδυ, όταν άνοιξα κάποια στιγμή την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μας, αντίκρισα τη νονά του σε έξαλλη κατάσταση: «Παλιογυναίκα! Ξετσίπωτη! Δεν ντρέπεσαι να κάνεις αυτά τα αισχρά πράγματα στο παιδί μας; Εμείς στα νιάτα μας, ούτε να τα φανταστούμε! Γιατί εμείς είμαστε κορίτσια και όχι …». Δεν έκατσα να ακούσω τη συνέχεια. Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά και έτρεξα προς την κουζίνα σοκαρισμένη. Αυτή η γυναίκα είχε παρακολουθήσει με κάθε λεπτομέρεια τις προσωπικές μας στιγμές. Όταν επέστρεψα, εκείνος συνέχιζε να κοιμάται. Η νονά είχε πλέον αποσυρθεί στο δωμάτιό της και ροχάλιζε. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το ξημέρωμα με βρήκε να κοιτάω τα αστέρια που έσβηναν και να σκέφτομαι ότι με τον ίδιο τρόπο έσβηναν και τα όνειρα που είχα κάνει για τον γάμο μου. Την άλλη μέρα, προσπάθησα να του μιλήσω. Εκείνος με αγκάλιασε: «Έλα μωρέ, μη δίνεις σημασία. Μεγάλη γυναίκα είναι, δεν παντρεύτηκε ποτέ της, ξέρεις τι εννοώ, και δεν έχει και πολλή ιδέα από αυτές τις καταστάσεις. Στην πραγματικότητα φοβήθηκε μήπως μου κάνεις κακό». Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να κλάψω. «Αφού δεν έχει ιδέα, να της πεις να μένει στο δωμάτιό της», του απάντησα εκνευρισμένη. «Ε, όχι! Σπίτι της είναι, όπου θέλει θα πηγαίνει! Κι εσύ δείξε λίγη κατανόηση! Έχω ένα σωρό υποχρεώσεις, έχω κι εσένα με τη γκρίνια σου», είπε και έφυγε χτυπώντας με δύναμη την πόρτα. Όταν επέστρεψε, έμαθα ότι το σπίτι ανήκε στη νονά του. Θα ερχόταν στην κατοχή του μετά το θάνατό της, αν εκείνος και η γυναίκα του, δηλαδή εγώ, της εξασφάλιζαν μία όμορφη και άνετη διαβίωση. Τουτέστιν, να μου φέρεται με τον πιο απαξιωτικό τρόπο κι εγώ να την αντιμετωπίζω με το πιο γλυκό μου χαμόγελο.

Η ζωή στο σπίτι έγινε αφόρητη. Με τον άντρα μου είχαμε αποξενωθεί. Δούλευε ατελείωτες ώρες και τις περισσότερες φορές κοιμόταν στο γραφείο του. Η συγκατοίκηση με τη νονά γινόταν όλο και πιο αβάστακτη. Όταν μου πέταξε στο πρόσωπο ένα φλιτζάνι καφτό τσάι, επειδή δεν ήταν όσο γλυκό ήθελε, σκέφτηκα ότι είχε έρθει η ώρα να φύγω. Άρπαξα την τσάντα μου και έτρεξα γρήγορα προς το σταθμό των λεωφορείων. Σε μία ώρα έφευγε το εξπρές για Αθήνα. Ήμουν πολύ ταραγμένη για να σκεφτώ καθαρά. Μπήκα στο λεωφορείο και κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Ένα χέρι άγγιξε απαλά το τσουρουφλισμένο πρόσωπό μου. Με έτσουξε. «Πού πας αγάπη μου; Δεν σου είπα ότι ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει; Μου ανήκεις, είσαι δική μου», αντήχησε στ’αυτιά μου η γνώριμη φωνή.

Όταν γυρίσαμε σπίτι, μου φέρθηκε με το χειρότερο τρόπο. Δεν θέλω και δεν αντέχω να περιγράψω τα όσα μου συνέβησαν. Το σώμα μου και η ψυχή μου αιμορραγούσαν για μέρες. Μόλις άρχισα να συνέρχομαι, αποφάσισα ότι έπρεπε να ξεφύγω από αυτή την άρρωστη κατάσταση. Έτσι μια μέρα που έλειπαν από το σπίτι, τύλιξα ένα τσεμπέρι γύρω από το πρόσωπό μου, φόρεσα τα ρούχα μιας γυναίκας που ερχόταν και βοηθούσε στις δουλειές, έχωσα μερικά χρήματα στην τσέπη μου και πήγα στο σταθμό των λεωφορείων. Είχα αδυνατίσει και περπατούσα με δυσκολία, ενώ τα σπασμένα δόντια μου και τα γυαλιά που φορούσα με έκαναν να φαίνομαι μία άλλη γυναίκα. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο, έπεσα σε λήθαργο. Ξύπνησα όταν φτάσαμε στην Αθήνα. Δεν το πίστευα ότι είχα καταφέρει να δραπετεύσω.

Για πολλά χρόνια έκανα ψυχοθεραπεία. Ο άντρας μου και η νονά του κυριαρχούσαν στο μυαλό μου. Ώσπου η παρουσία τους περιορίστηκε στα όνειρά μου, ή καλύτερα στους εφιάλτες μου. Με τον καιρό στάθηκα στα πόδια μου. Ο πρώην άντρας μου δεν κατάφερε να με βρει. Μετά από πολύ καιρό έμαθα ότι βρέθηκε μαχαιρωμένος μέσα στο γραφείο του. Ληστεία, έγκλημα πάθους, ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή απλά Θεία Δίκη; Η υπόθεση κουκουλώθηκε βιαστικά.
Τελικά το Escape Room δεν μου φαίνεται και τόσο παιχνίδι!

 

Νατάσα Κ.