Έτρεμε.

Ήθελε να της πει λέξεις, μα λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα του. Ήθελε να την αγγίξει, μα χάδια δεν έβγαιναν από τα χέρια του. Έστεκε αντίκρυ της και ήθελε να κλείσει τα μάτια του, να νιώθει μόνο τα δάχτυλα της στο δέρμα του μα τα βλέφαρα του δεν έκλειναν. Ανοιχτά διάπλατα. Έβλεπαν πέρα από το κορίτσι. Χιλιόμετρα μακριά από το κορίτσι, χρόνια μακριά από το κορίτσι.

Το κορίτσι ακολούθησε με τις άκρες των δακτύλων της τη φλέβα από τον σφυγμό του στο λαιμό μέχρι το στήθος του και ακόμα παρακάτω. Μπλε ρυάκι στο πάλλευκο μαρμάρινο κορμί του – σαν να μην τον άγγιξε ποτέ ακτίνα ήλιου, σαν να μην περπάτησε ποτέ στο φως αυτό το αγόρι.

Τράβηξε τα δάχτυλα της και εκείνος έτρεμε ακόμα πιο πολύ και τα ντραμς στο σφυγμό του ούρλιαξαν “ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ – ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ. ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ”

Κι εκείνη δεν ήξερε, μα το σώμα της γνώριζε, δεν είχε ανάγκη το μυαλό της. Και το στόμα της ιχνηλάτησε την ίδια διαδρομή με τα δάχτυλα της και ήταν παρθένο μονοπάτι και άγριο. Μα το κορίτσι δε σταμάτησε όταν μάντεψε πως του κόπηκε η αναπνοή. Και έτρεξε με τα χείλια κι άλλη φλέβα μέχρι χαμηλά στο στέρνο του. Κι άλλη, κι άλλη, μέχρι που χαρτογράφησε όλα τα ποτάμια του κορμιού του. Με σιγουριά, με γενναιότητα, έλυνε γόρδιους δεσμούς και έσπαγε λουκέτα.

Και το αγόρι έτρεμε. Και η αναπνοή του ήταν ρηχή και ακανόνιστη και εύθραυστη και άγρια, σα φυσαλίδα αέρα εγκλωβισμένη σε τόνους νερού, σε χιλιάδες μίλια μαύρης θάλασσας.

Το στόμα του μισάνοιξε ακούσια κι αντί να βγει κραυγή οδύνης χρόνων πόνου, βγήκε ένας μικρός αναστεναγμός ηδονής, όταν το κορίτσι πήρε το χέρι του και το βύθισε σε όλες τις πηγές της. Οι γραμμές στις παλάμες του γέμισαν σταγόνες φωτιάς. Και το κορίτσι έτρεμε και κείνο.

Όλες οι πληγές μέσα του ήταν ανοιχτές, διάχυτες. Μα η φωτιά της τις ξέπλενε, τις καυτηρίαζε και του τις παρέδιδε επουλωμένες. Ήθελε να κάνει εμετό, να ξεράσει αγγίγματα που τον είχαν σκίσει, τον είχαν χιλιοματώσει, τον είχαν γονατίσει – που είχαν φτύσει μέσα του, είχαν σκαλίσει με σουγιά χυδαίες λέξεις σε όλα τα κύτταρα του. Έκανε να στρέψει το πρόσωπο του αλλού, να μη βλέπει ότι έζησε, ότι είχε δει μέχρι τότε μα το κορίτσι γύρισε και ακούμπησε με τη γυμνή της πλάτη πάνω του και τα μάτια του γέμισαν από τα μαλλιά της και μπήκαν μέσα στις ίριδες του αναμνήσεις που δεν είχαν έρθει ακόμα, από αστέρια που ανατινάζονταν μέσα της και πάνω του.

Έτρεμε περισσότερο τώρα. Και έκλαιγε λίγο. Ανεξέλεγκτα. Ήθελε να της πει, ήθελε να της δείξει μα ποτέ του δεν ήθελε εκείνη να μάθει, μην τρομάξει, μην τον σιχαθεί. Και ότι είχε αντέξει μέχρι τότε το αγόρι, είχε βάρος λίγα γραμμάρια μπροστά στους τόνους που θα ζύγιζε η φυγή της.

“ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ – ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ. ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ” ούρλιαξαν οι φωνητικές χορδές του σιωπηλά. Στην εκκωφαντική σιωπή μόνο το ρίγος του ακουγόταν.

Το κορίτσι, σταθερά και σίγουρα, σαν να μην ήταν αυτή η πρώτη της φορά, τον εγκλώβισε μέσα της. Σε ένα κελί που θρυμμάτισε τις αλυσίδες του. Το δευτερόλεπτο που εκείνος έρεε μέσα της, ένα σύμπαν εξερράγη πάνω από τα κεφάλια τους. Και όλα πια ήταν καινούργια.

 

N.