Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κι έτριψε τα κουρασμένα της πόδια. Άρχισε να γδύνεται. Έβγαζε ένα ένα τα ρούχα της και τα δίπλωνε προσεκτικά ή τα κρεμούσε απ ευθείας στην ντουλάπα. Το μεταξωτό πουκάμισο, την βελούδινη πανάκριβη φούστα, τα κοσμήματα στα κουτιά τους και μετά στο χρηματοκιβώτιο. Είχε μείνει με τα εσώρουχα όταν μπήκε εκείνος στην κρεβατοκάμαρα.
Την κοίταξε. Παρά τα χρόνια και τις γέννες, το κορμί της παρέμενε αθλητικό, του άρεσε αυτό.
«Ετοιμάζεσαι;»
«Ναι, κοιμήσου εσύ, πήγε δυόμιση η ώρα, δεν θα ξυπνάς το πρωί. Είμαστε καλεσμένοι σε τραπέζι, θυμάσαι;»
«Φυσικά και θυμάμαι» είπε εκείνος κρύβοντας ένα χασμουρητό.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι και την παρατηρούσε.
Είχε ήδη φορέσει ένα χοντρό παντελόνι, κάλτσες στρατιωτικές ψηλές και τώρα φορούσε ζεστή φανέλα και πουλόβερ.
Σήκωσε και τα μαλλιά της ψηλά – πάντα του άρεσαν οι αιφνίδιες αλλαγές που έκανε με τα πλούσια κόκκινα μαλλιά της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήξερε τι κατάληξη θα είχε η συζήτηση, αλλά το τόλμησε…
«Αφού μπορεί να γίνει κι αλλιώς, γιατί διαλέγεις τον δύσκολο δρόμο;» της είπε.
«Αφού ξέρεις πως δεν κάνω ποτέ πίσω σε αυτό, γιατί αρχίζεις πάλι την κουβέντα;» του είπε κουρασμένα αλλά και τρυφερά μαζί
Εκείνος είχε ήδη ξαπλώσει κι εκείνη έσκυψε και του χάρισε ένα φιλί.
«Κοιμήσου» του είπε «Θα τα πούμε το πρωί»
Την είδε να κατευθύνεται προς την πόρτα, σαν φαντάρος παραλλαγής, μια φωτεινή ψυχή, ντυμένη με σκοτεινά χρώματα.

——

30 χρόνια πριν
«Σήκω κοριτσάκι μου, ήρθε η ώρα»
Η Ευγενία πετάχτηκε από το κρεβάτι. Ξύπνια ήταν, έκανε πως κοιμόταν, κουκουλωμένη στα ζεστά της, περίμενε να έρθει η ώρα να την ξυπνήσει η γιαγιά της. Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι και ντύθηκε με τα ρούχα που είχαν ετοιμάσει με την γιαγιά.
«Πάμε;»
«Πάμε γιαγιά» είπε η μικρή Ευγενία κι έχωσε το μικρό της χέρι μέσα στο χέρι της γιαγιάς.

Παραμονή Χριστουγέννων γιορτάζουν οι Ευγενίες. Με γλυκά και φαγητά κι ευχές και δώρα. Με φωτάκια και λαμπερά δέντρα και φίλους κι οικογένεια κι αγάπη. Αυτές οι δύο Ευγενίες όμως, δεν γιόρταζαν έτσι.

Η γιαγιά Ευγενία, θεωρούσε δώρο να γιορτάζει την νύχτα που γεννιόταν ο Χριστός, φτωχούλης και γυμνός, σ’ έναν κρύο στάβλο. Κι αφού γιόρταζε τ όνομά της μια τέτοια νύχτα, από νωρίς αποφάσισε πως σ αυτό το όνομα δεν αρμόζει, παρά μια γιορτή της προσφοράς και της αγάπης. Έτσι λοιπόν, η γιαγιά Ευγενία, αυτήν την νύχτα δεν καθόταν σπίτι της να γιορτάσει. Γιόρταζε έξω, στους παγωμένους δρόμους, στα φτωχά σπίτια, στ’ άρρωστα παιδιά, στους έρημους γέροντες, στους άστεγους, στα κουλουριασμένα από το κρύο κορμιά, είτε ανθρώπων είτε ζώων.
Μάθαινε διακριτικά, πού υπάρχει ανάγκη όχι μόνο στην γειτονιά της, αλλά όπου μπορούσαν να την φτάσουν τα πόδια της. Πήγαινε, ερχόταν φορτωνόταν πράγματα, φαγητά, γλυκά, παιχνίδια και ξόδευε αυτήν την μεγάλη σκοτεινή νύχτα προσφέροντας. Αργότερα, που είχε αυτοκίνητο, μεγάλωσε τις διαδρομές της και την προσφορά της.
Έφτανε πιο μακριά, φόρτωνε πιο πολλά.

Δεν ήταν καμιά πλούσια η γιαγιά Ευγενία. Δεν ήταν περίσσευμα αυτό που πρόσφερε, υστέρημα ήταν, προσεκτικά μαζεμένο μήνες πριν, ρουχαλάκια ραμμένα στην ραπτομηχανή της, ζακέτες ζεστές και χοντρές πλεγμένες από τα χεράκια της, αυτά τα χέρια που ήξεραν να δίνουν.

Σαν σκιά γλιστρούσε στις γειτονιές, χτυπούσε πόρτες κι άφηνε την αγάπη της κομμένη σε μικρά, πολλά κομμάτια, όσες κι οι ανάγκες που μπορούσε να καλύψει.

Κανείς δεν ήξερε τι έκανε η γιαγιά Ευγενία την μέρα της γιορτής της. Κι ο παππούς που στη αρχή είχε αντιρρήσεις, έμαθε πως η γυναίκα του σ αυτό δεν σήκωνε κουβέντα. Κανείς άλλος. Μόνο η εγγόνα της, έμαθε όταν έγινε δέκα χρονών. Κι από τότε, γιαγιά κι εγγονή, έβγαιναν στους δρόμους κάθε τέτοια νύχτα, να σκορπίσουν φως κι αγάπη, σαν κι εκείνο το σπουδαίο μωρό, σαν κι εκείνο το φτωχό μωρό που γεννήθηκε αυτήν την νύχτα. Η γιαγιά Ευγενία όρκισε την εγγόνα της να τιμάει έτσι τ όνομά της.

Κι η Ευγενία κράτησε τον όρκο της. Τι κι αν η ζωή, της χάρισε απλόχερα όχι μόνο πλούτη, αλλά και όλα τα καλά;
Τι κι αν ο κόσμος γύρω άλλαζε κι αυτή η νύχτα έγινε πια συνώνυμο των ξέφρενων πάρτυ και των πλούσιων τραπεζιών; Η Ευγενία, όπως κι η γιαγιά της, άφηνε στην άκρη όλα αυτά, φόρτωνε το αυτοκίνητο της όλα τα καλά και ξεκινούσε κάθε τέτοια νύχτα να χαρίσει αγάπη κι έννοια.

Έφτασε έξω από το πρώτο γι’ απόψε σπίτι.
Βγήκε από το αυτοκίνητο, ο αέρας τσουχτερός και δυνατός την χτύπησε στο πρόσωπο. Εκείνη, σήκωσε το βλέμμα ψηλά και κοίταξε τ αστέρια. «Και του χρόνου γιαγιά μου!» είπε δυνατά και χαμογελαστά κι άνοιξε το πορτ μπαγκάζ για να βγάλει το πρώτο δέμα.