Πιάνω το μαχαίρι. Νιώθω το βάρος του στην παλάμη μου. Το ζυγίζω, το κουνάω στον αέρα σαν επαγγελματίας ξιφομάχος. Το κρατάω πάνω από το πουλί μου. Ένα χρατς, όπως έλεγε και στη διαφήμιση που έδειχναν τον μάγειρα να το κρατάει και να κόβει καρότα. Ένα χρατς κι όλα τελειώνουν. Οι κοροϊδίες, τα ειρωνικά βλέμματα, το ξύλο στο σβέρκο, το κατέβασμα των παντελονιών, το στήθος του Μάικ, το πρόσωπο του Μάικ, τα χείλη του Μάικ.
Ακουμπάω τη λάμα πάνω στη βάλανο, τη νιώθω κρύα, με ανατριχιάζει. Πιέζω λίγο, κλείνω τα μάτια, νομίζω ότι αν το αφήσω παραπάνω θα κοπεί μόνο του, το χρατς δε θα ακουστεί καθόλου, δεν το κάνω όμως κι όλα ξεκινούν από την αρχή. Αφήνω το μαχαίρι πάνω στον νιπτήρα, σηκώνω το βρακί μου και το παντελόνι, κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Άλλη μία μέρα ξεκινάει.

«Γιώργο, είσαι έτοιμος;»
Με ρωτάει λες και δεν το ξέρει. Ποτέ δεν είμαι έτοιμος για το σχολείο. Από την πρώτη μέρα που μετακομίσαμε στο Σαουθάμπτον μέχρι και σήμερα, κάθε πρωί το ίδιο τροπάρι. Κλείνομαι στην τουαλέτα, εμετός, πιάνω το στομάχι μου, σκύβω πάνω από τον καμπινέ, βγάζω χολή, το στομάχι πλέον άδειο, πλένω τα δόντια, βγαίνω έξω. Η μάνα μου κυρία, στέκεται με τον εσπρέσσο στο χέρι και με κοιτάει με απαξιωτικό βλέμμα. Ο “φάδερ”, όπως θέλει να τον φωνάζω ο φλώρος από το Μπράιτον που μας σπίτωσε και μας βρήκε νέα ζωή, με κοιτάει με συμπόνοια.
«George, my love. You can’t be late again at school. The teachers have already started complaining about your progress».
Τον κοιτάω με ύφος ξινισμένης γάτας που έφαγε σάπιο τόνο. Δεν αντιδράει. Φοράω το αμάνικο μπουφάν μου, κρεμάω την τσάντα στον ένα ώμο και βγαίνω από το σπίτι. Το σχολικό με περιμένει απ’ έξω κι ήδη αηδιάζω από την βρώμα της Αγγλικής αφρόκρεμας που με περιμένει εκεί μέσα.
«Θα έρθω να σε πάρω στις τέσσερις για να πάμε για φαγητό!» φωνάζει η μάνα μου. Ποτέ δεν έρχεται στην ώρα της. Πάντα την περιμένω στο παγκάκι, σε εκείνο το γαμημένο παγκάκι.

Η διαδρομή θυμίζει εφιάλτη που κυλάει τόσο αργά λες και περνάει μέσα από πηχτή ζύμη. Γέλια, φωνές και χαμόγελα στα οποία είμαι κομπάρσος. Γέρνω στο παράθυρο και κοιτάζω το ψιλόβροχο. Κάθε μέρα βρέχει. Λάθος, δεν βρέχει. Ψιχαλίζει. Ακόμα χειρότερο.
Στο σχολείο βλέπω την παρέα του Μάικ να με χαζεύει και τα βλέμματά τους να σκαλώνουν πάνω μου. Θέλω να τον βλέπω, να τον κοιτάζω για πάντα αλλά το κεφάλι μου σκύβει και βλέπω μόνο χόρτα και πατημένα σκατά σκύλων. Περνάω από δίπλα τους, ανεβαίνοντας τα σκαλιά της εισόδου.
«Yo, faget» τον ακούω να λέει. Παγώνω και γυρνάω ασυναίσθητα.
«You want some of this?» και μου δείχνει τον καβάλο του. Για δευτερόλεπτα χάνομαι, ανοίγει το στόμα μου, σκάνε στα γέλια, γυρνάω απότομα και τρέχω μπροστά.
Παλιομαλάκα. Όμορφε, υπέροχε παλιομαλάκα.

Στην τάξη έχω κρατήσει το τελευταίο θρανίο όλο για πάρτη μου. Γράφει το όνομά μου, λάθος, γράφει το «παρατσούκλι» που με κυνηγάει από την αρχή του σχολικού έτους.
Faget.
Αδερφάρα γραμμένο με μικρά γράμματα, με κεφαλαία, με καλλιτεχνικά, με ροζ, μοβ, πορτοκαλί χρώματα. Απλώνω τα βιβλία για να μην τα βλέπω. Σε κάθε διάλειμμα δίνω αγώνα για να μείνω στην τάξη όσο οι καθηγητές με τραβολογάνε για να “κοινωνικοποιηθώ” με τα υπόλοιπα παιδιά.
«George, get socialized. You can’t deal with your problems by being alone».
Το στόμα του καθηγητή ανεβοκατεβαίνει σαν μπουκαπόρτες πλοίου. Θυμάμαι το νησί μου, απλό, φτωχικό, αληθινό. Μου λείπει η θάλασσα, οι βόλτες στη πλατεία, το σαραβαλιασμένο πατίνι μου. Μοναδική όαση στον εφιάλτη του σχολείου, η Σαμάνθα. Γλυκιά, ευχάριστη, με μελιά μάτια και ξεχειλωμένο σώμα. Τουλάχιστον, δίπλα της, δεν τολμάει να με πειράξει κανείς.

Η μάνα μου αργεί, όπως πάντα.
Κάθομαι στο ίδιο παγκάκι και την περιμένω, όπως πάντα.
Η παρέα του Μάικ με βλέπει μόνο μου και με πλησιάζει, όπως πάντα.
Κατά τις πέντε παρά τέταρτο, όταν έρχεται πλέον η μάνα μου, με βλέπει στην ίδια κατάσταση. Δαρμένο, με βρώμικα ρούχα και αξιοπρέπεια στο πάτωμα.
Όπως πάντα.

Οι νύχτες μοιάζουν πολύ πιο φιλικές από τις μέρες. Οι τέσσερις τοίχοι του δωματίου μου δεν κρίνουν κανέναν, δεν ζητάνε εξηγήσεις, δεν απαιτούν απαντήσεις. Απλά με κρατάνε εκεί, ζεστό, μόνο, φυλακισμένο αλλά χαρούμενο. Ακούω τη μουσική μου, χαζεύω βίντεο στο κινητό μου, μιλάω με τη Σαμάνθα, σκέφτομαι το μαχαίρι στην κουζίνα.
Το μαχαίρι που μπορεί να τα τελειώσει όλα.
Το χρατς που θα δώσει ένα τέλος στο μαρτύριό μου.

Οι επόμενες μέρες είναι ένα γκρίζο σύννεφο που γεμίζει με βροχή. Βροντάει, βαράει κεραυνούς, κρύβει τον ήλιο. Κάθε διάλειμμα κι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Κάθε αργοπορία της μάνας μου και μία ακόμα ξεφτίλα. Στα γενέθλιά μου, τα οποία προσπαθώ να κρύψω από την τάξη αλλά ο μαλάκας καθηγητής τα ξεφουρνίζει όλο χαρά, βρίσκω στο ντουλαπάκι μου μία τούρτα.
Μία τούρτα με έναν λαστιχένιο φαλλό πάνω της.
«A dick cake for the dickhead», διαβάζω σε μία κάρτα.
Πετάω τη τούρτα στο πάτωμα, τρέχω έξω, με φωνάζουν οι καθηγητές, οι συμμαθητές μου τραγουδούν ρυθμικά το ψευδώνυμό μου
Faget, faget, faget
Περνάω δρόμους, αγνοώ κορναρίσματα, τρέχω προς το ποτάμι, θέλω να πέσω μέσα και να με παρασύρει μακριά, στο πέλαγος, στον ωκεανό, να φτάσει το κορμί μου και να ξεβραστεί στο νησί, νεκρός αλλά ελεύθερος.

Γυρνάω σπίτι. Κλείνομαι στο μπάνιο.
Δεν είναι κανείς εκεί, η μάνα μου κάπου κωλοβαράει κι ο μαλάκας της δουλεύει.
Πιάνω το μαχαίρι. Το σφίγγω στο χέρι μου. Ζυγίζω το βάρος του.
Ένα χρατς κι όλα θα τελειώσουν.
Το σηκώνω στον αέρα. Χτυπάει το κινητό μου.
Μπορεί να είναι από το σχολείο. Μπορεί να με ψάχνουν οι καθηγητές να με κατσαδιάσουν. Μπορεί ο Mike να θέλει να μου ζητήσει συγνώμη και να βρεθούμε κάπου έξω, μόνοι μας. Μπορεί η Σαμάνθα να θέλει να δει αν είμαι καλά.
Μπορεί.
Δεν κοιτάω την οθόνη, κοιτάω μόνο το μαχαίρι και την αντανάκλασή μου στη λάμα του.
Το κατεβάζω.

 

Τζόναθαν Σάιρους