Βρεγμένη ως το κόκαλο κοιτούσε το δρόμο. Είχε γυρίσει σπίτι περπατώντας στη βροχή, με μάτια κενά, καρδιά στεγνή, μυαλό άδειο και χέρια κόκκινα. Το αίμα είχε φύγει αλλά μερικές κηλίδες είχαν μείνει ακόμα κάτω από τα νύχια της και πάνω στα ρούχα της. Άναψε μηχανικά ένα τσιγάρο και άρπαξε το τηλέφωνο. “Είναι νεκρός Λίζα” είπε κοφτά, ένας αναστεναγμός ακούστηκε και η Λίζα της είπε “Φαίδρα, Φαίδρα είσαι καλά;” Έκλεισε το τηλέφωνο και στάθηκε στο παράθυρο. Μνήμες της προηγούμενης νύχτας ήρθαν στο μυαλό της.

Ντυμένη με ένα βραδινό φόρεμα, βαμμένη και έτοιμη για έξοδο πήγε να τον βρει . Ήταν αποφασισμένη. Γέλασε νευρικά και κοίταξε το είδωλο της σε μια βιτρίνα. Με δυσκολία αναγνώρισε τον εαυτό της. Εκείνη που δεν είχε πειράξει ούτε μυρμήγκι ήταν έτοιμη να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Να γίνει δολοφόνος. Ήξερε την διαδρομή του και την καθημερινότητα του. Η Παρασκευή έμοιαζε τέλεια μέρα. Συνήθως εκείνος τα έπινε σε ένα γειτονικό μπαρ. Θα ήταν πιο εύκολο αν εκείνος ήταν μεθυσμένος.

Μπήκε στο μπαρ και αμέσως τον εντόπισε. Εκείνος τα έπινε με τους φίλους του. Δεν άργησε να την δει. Ήταν άλλωστε εντυπωσιακή γυναίκα. Εκείνη κάθισε στο μπαρ και προσπάθησε να φανεί διαθέσιμη. Σχεδόν αμέσως την πλησίασε. “Κάτι μου θυμίζεις” της είπε. Το αίμα της πάγωσε αλλά δεν άφησε την ταραχή της να φανεί. Η κουβέντα ήταν χαλαρή και εκείνη με δυσκολία κρατούσε την υπομονή της και τον εμετό της από την αηδία που ένιωθε για εκείνον. Της πρότεινε να πάνε σπίτι του. Αυτό περίμενε και εκείνη. Σύντομα έφτασαν στο μικρό διαμέρισμα του. Η Φαίδρα ήξερε που μένει. Ήξερε τα πάντα.

Μόλις μπήκαν σπίτι του εκείνος αμέσως την αγκάλιασε και άρχισε να της φιλά τον λαιμό. Μύρισε το ουίσκι πάνω του, ένιωσε την ανάσα του στο σώμα της, τα φιλιά του να καίνε την σάρκα της και ένιωσε τον εμετό της να πλησιάζει επικίνδυνα. Τον έσπρωξε απότομα, εκείνος γέλασε και της είπε “μου αρέσουν οι ζόρικες. Τι θα γίνει κούκλα γουστάρεις άλλα κόλπα;” Εκείνη έγνεψε καταφατικά και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Έπεσε πάνω της και άρχισε να την φιλά. Την έπιασε πανικός για μια στιγμή. Το σχέδιο ήταν να τον ρίξει αναίσθητο μόλις μπουν στο σπίτι. Κοίταξε γύρω της και αρπάζοντας το λαμπατέρ από το κομοδίνο τον χτύπησε με δύναμη στο κεφάλι. Έβγαλε μια κραυγή πόνου, ζαλίστηκε και η Φαίδρα τον κλώτσησε με το γόνατο στα γεννητικά όργανα. Διπλώθηκε στο κρεβάτι και εκείνη γρήγορα τον χτύπησε ξανά στο κεφάλι. Έπεσε αναίσθητος στο κρεβάτι και η Φαίδρα αναστέναξε.

Ούτε και εκείνη ήξερε πόση ώρα πέρασε με εκείνον λιπόθυμο. Πέντε, δέκα λεπτά, μισή ώρα; Όταν συνήλθε ήταν δεμένος στο κρεβάτι και η Φαίδρα καθόταν απέναντι του. “Ποια είσαι; Τι σκατά κάνεις;” της είπε εκείνος με οργή και πόνο στη φωνή του. Εκείνη τον κοιτούσε αμίλητη. Εκείνος άρχισε να απειλεί και να βρίζει προσπαθώντας να λύσει τα δεσμά του. Η Φαίδρα σηκώθηκε αργά και τον πλησίασε “δεν ξέρω τι με προσβάλει περισσότερο” του είπε ψυχρά “που δεν με θυμάσαι ή που είσαι ακόμα ζωντανός”. Πήγε να απαντήσει αλλά τότε πρόσεξε το μέταλλο που γυάλιζε στο χέρι της. “Ποια είσαι;” την ρώτησε ξανά δυνατά. Εκείνη κόλλησε το όπλο στο μέτωπο του “3 χρόνια πριν, Πέτρο, διέπραξες ένα έγκλημα και δεν τιμωρήθηκες ποτέ”. Εκείνος πάγωσε και άρχισε να φωνάζει “ΚΑΝΕΙΣ ΛΑΘΟΣ με μπερδεύεις με κάποιον άλλο!” Η Φαίδρα γέλασε ψυχρά. “Πιστεύεις πως θα έκανα όλον αυτόν τον κόπο χωρίς να είμαι σίγουρη;” Έξυσε το κεφάλι της με το περίστροφο και του είπε ήρεμα “θα ομολογήσεις το έγκλημα σου απόψε είτε με τον εύκολο τρόπο” είπε δείχνοντας το όπλο “είτε με τον δύσκολο” είπε βγάζοντας ένα μαχαίρι από την τσάντα της.

Απειλές βγήκαν από το στόμα του αλλά εκείνη δεν πτοήθηκε. Τον πλησίασε αργά και χάραξε το στήθος του με το μαχαίρι. Εκείνος ούρλιαξε από πόνο βρίζοντας. “Αν παραδεχτείς το έγκλημα σου θα είναι πιο εύκολο” είπε εκείνη και συνέχισε να τον χαρακώνει “τρία χρόνια πριν” είπε ξανά και ξανά. “Είσαι τρελή!!” της είπε εκείνος αδύναμα “δεν ξέρω για ποιο πράγμα μου μιλάς!!”

“Πολύ καλά” είπε η Φαίδρα και κάρφωσε το μαχαίρι με δύναμη στο μπράτσο του. Εκείνος ούρλιαξε και άρχισε να κλαίει “δεν σε ξέρω γιατί το κάνεις αυτό;” Οργή την πλημμύρισε. “Πόσο ειρωνικό” του απάντησε, “ακριβώς τα ίδια λόγια σου έλεγα και εγώ την ώρα που με βίαζες” του είπε και αρπάζοντας το μαχαίρι κάρφωσε και το άλλο μπράτσο του.

Πόση ώρα είχε περάσει άραγε; Κάνεις δεν μιλούσε. Εκείνος άρχισε να γελάει ξαφνικά νευρικά, σχεδόν υστερικά. “Ξέρεις κάτι;” της είπε “μπορεί να ξεχνάω φάτσες αλλά τέτοια κωλαράκια ποτέ!” “Ζητούσες έλεος, ναι σε θυμάμαι. Όλες σας θυμάμαι.”
“Θα τελειώσειο εφιάλτης” του απάντησε σιγανά “αλλά μόνο για μένα” είπε και πλησίασε με το μαχαίρι. “Δεν έχεις τα κότσια” της φώναξε ειρωνικά. “Έτσι νομίζεις;” Ύψωσε το μαχαίρι της, “Ραντεβού στην κόλαση, λοιπόν” ξέσπασε και έχωσε το μαχαίρι στο στήθος του ξανά και ξανά και ξανά.

Έσβησε το τσιγάρο της και άναψε ένα ακόμα. Κοιτούσε επίμονα τον δρόμο. Ένωσε ανακούφιση. Καμία ενοχή. Το κουδούνι την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ήταν η Λίζα.
“Είσαι καλά;” την ρώτησε γεμάτη ανησυχία “τα αίματα…”
“Δικά του είναι” της είπε ήρεμα. “Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ Λίζα. Φύγε μ ακούς; Αυτό το έκανα για μένα, για σας. Ενημέρωσε τις άλλες πως η δικαιοσύνη αν και καθυστερημένα αποδόθηκε” της είπε δυνατά. Η Λίζα την αγκάλιασε, της ψιθύρισε “ευχαριστώ” και έφυγε.

Η Φαίδρα έκανε μπάνιο, άρπαξε την βαλίτσα και το εισιτήριο της και πήγε στο αεροδρόμιο. Ψηλά στα σύννεφα, κοιτούσε τον ωκεανό από κάτω της. Χαμογέλασε αδύναμα και για πρώτη φορά μετά από χρόνια έγειρε στη θέση της και κοιμήθηκε χωρίς εφιάλτες.