Να προσπαθείς να ισιώσεις τα ατίθασα μαλλιά σου, μπροστά από έναν θολό – από τους υδρατμούς – καθρέφτη.
Να μου κλείνεις το μάτι την ώρα που κάθεσαι στην πολυθρόνα απέναντί μου, ανάβοντας τσιγάρο.
Να αγωνιάς ότι σε χόρτασα, να σου λέω ότι δεν χορταίνεσαι, να γελάς και να φωτίζεται το πρόσωπό σου.
Και κάθε φορά, με χαιρετάς, με αθέατα δάκρυα να παραφυλάνε στις άκρες των ματιών σου.
Να στέκεσαι εκεί, να περιμένεις, να μην κάνεις βήμα, να ανυπομονείς.

Στιγμές που σέρνω σαν χάλκινες αλυσίδες, κάθε φορά που μπαίνω στο βαγόνι και σε αφήνω πίσω μου. Και κάθε φορά που η ώρα τρέχει επικίνδυνα κι ο χρόνος που έχω μαζί σου φθίνει, κάθε φορά εσύ μου ψιθυρίζεις «λίγο υπομονή και θα έρθω».
Και κάθε φορά, με χαιρετάς, με αθέατα δάκρυα να παραφυλάνε στις άκρες των ματιών σου.
Να στέκεσαι εκεί, να υπόσχεσαι, να δίνεις ελπίδες, να σκορπάς αναμνήσεις.

Εικόνες που κουβαλάω όταν μπαίνω στο άδειο, από κάθε ζωή, σπίτι μου. Κρύβω το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι του καναπέ, αρνούμαι να κάνω οτιδήποτε που θα επιβεβαίωνε ότι πλέον είμαι μακριά σου. Ο ήλιος ανατέλλει, με χαιρετάει θλιμμένος και δύει χωρίς εγώ να σηκώνω το βλέμμα μου από το πάτωμα. Η οθόνη του κινητού αναβοσβήνει, περιμένω ένα τηλέφωνό σου για να ξεκλέψω λίγο από τις στιγμές μας. Να ακούσω την φωνή σου να παρασέρνει τις σκέψεις μου.
Μπαίνω στον υπολογιστή, ανοίγω την κάμερα, σε χαζεύω με κουρασμένο βλέμμα να μου λες για την μέρα σου.
Και κάθε φορά, με χαιρετάς, με αθέατα δάκρυα να παραφυλάνε στις άκρες των ματιών σου.
Να στέκεσαι εκεί, να μου αφηγείσαι ιστορίες, να μου στέλνεις φιλιά στον αέρα, να μου λες «σ’αγαπώ».

Μία ζωή περίμενα να πάρεις την απόφαση, μία ζωή γεμάτη περίμενε, γεμάτη στάσου, γεμάτη λίγο ακόμα. Μία ζωή που καθόσουν εκεί. Εκεί που με χαιρετούσες, που μου ζητούσες να γίνω ο βράχος που θα στηριχθείς για να πατήσεις γερά.
Εγώ σκούπιζα τα αθέατα δάκρυά σου, εγώ έλεγα ότι θα περιμένω, εγώ υποσχόμουν ότι αντέχω ακόμα λίγες μέρες, ακόμα λίγους μήνες, ακόμα λίγα χρόνια.
Εγώ έφταιγα γιατί δεν σου έδειξα πόσο σε είχα ανάγκη.
Εγώ φταίω γιατί δεν σου δείχνω πόσο με καταρρακώνει αυτή η αναμονή.
Εγώ θα φταίω γιατί πλέον θα πρέπει να φύγω.

Αλλά, πριν φύγω, θα κάνω την ύστατη προσπάθεια να σε ταρακουνήσω. Να ξεθολώσω το μυαλό σου που βλέπει μόνο ένα κλειδαμπαρωμένο μέλλον και αναπαύεται σε ένα βολεμένο παρόν. Γεμίζω την βαλίτσα μου, αδειάζω το αδιάφορο σπίτι μου, μπαίνω στο πρώτο βαγόνι και δεν ρίχνω πίσω μου ούτε ένα βλέφαρο.
Κι όταν φτάνω πάνω, αρνείσαι να δεις τις προθέσεις μου. Το βλέπεις σαν μία ακόμα επίσκεψη, σαν ένα ταξίδι για λίγες μέρες και μετά πάλι πίσω στα ίδια. Τα λόγια μου πέφτουν στο κενό γιατί πλέον φαίνεται ότι φοβάσαι.
Φοβάσαι να κάνεις το επόμενο βήμα.
Φοβάσαι να αφήσεις τα δεδομένα για να κυνηγήσεις τα απρόοπτα.
Φοβάσαι.
Κι αυτή τη φορά, με χαιρετάς, με φανερά δάκρυα να τρέχουν ορμητικά από τις άκρες των ματιών σου.
Κι εσύ ακόμα εκεί, να στέκεσαι, να με βρίζεις, να με καταριέσαι που σε αφήνω, να μου λες ότι με μισείς.

Μα εγώ σ’αγαπώ.
Και ξέρω πως, όσο μακριά κι αν φύγω, πάντα σε σένα θα γυρίζω.