Η μικρή Αουρέλια καθόταν μπροστά στη λειψανοθήκη που βρισκόταν πάνω στην ξύλινη σερβάντα στο μικρό σαλόνι του σπιτιού της. Το τζάκι δίπλα της σιγόκαιγε και πρόσφερε μία όμορφη ζέστη στον χώρο, σε αντίθεση με το κρύο και το χιόνι που έπεφτε έξω. Η θέα αυτή την ηρεμούσε από μωρό. Λες και το φραγγέλιο που υπήρχε μέσα στη λειψανοθήκη είχε μαγικές δυνάμεις. Τον τελευταίο καιρό της προκαλούσε φόβο και ανατριχίλα. Στα δέκα της ένιωθε ότι έπρεπε επιτέλους να μάθει τι ήταν αυτό το «Flagellum», όπως έγραφε από κάτω η μικρή πινακίδα και τι σήμαιναν το όνομα και οι ημερομηνίες «Αναμπέλλ. 1576 – 1596».

Αυτό το όργανο που βρισκόταν εκεί μέσα, ενώ μέχρι τώρα την ηρεμούσε και τη γαλήνευε, τον τελευταίο καιρό της προκαλούσε ανατριχίλα και φόβο. Η λαβή από σίδερο και τα στερεωμένα πάνω της δερμάτινα λουριά, με τα πριονωτά κομματάκια από κόκαλα στις άκρες τους, σίγουρα δεν αποτελούσαν ένα ευχάριστο και διασκεδαστικό παιχνίδι. Το πήρε απόφαση. Μόλις επέστρεφε η μητέρα της θα απαιτούσε να μάθει την ιστορία του περίεργου αυτού «διακοσμητικού».

Λίγες ώρες αργότερα η πόρτα άνοιξε και η μητέρα της, κατάκοπη από τη δουλειά στην ταβέρνα, μπήκε μέσα, τη χαιρέτησε, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Αμέσως μετά βγήκε με μπιτζάμες και ζήτησε από την Αουρέλια να έρθει να της πει πώς πέρασε τη μέρα της στο σχολείο. «Μαμά, το σχολείο πήγε μια χαρά, τα μαθήματά μου τα διάβασα όλα. Τώρα θέλω να σε ρωτήσω τι είναι αυτό το flagellum εκεί μέσα; Και γιατί το προσέχεις σαν κόρη οφθαλμού; Και μην αρχίσεις τις υπεκφυγές. Δεν μπορώ άλλο να περνάω από μπροστά του και να νιώθω τρόμο και ρίγος σε όλο το κορμί μου». Και μπροστά στο απαιτητικό, αλλά και φοβισμένο, ύφος της κόρης της, η Άμπιγκέιλ κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να πει την ιστορία του flagellum.

Έκατσε στην πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο και χάζεψε το όμορφο χωριό τους με τα φιδογυριστά δρομάκια, τα όμορφα μεσαιωνικά σπίτια χτισμένα πάνω στα βράχια, τα οποία φτάνουν μέχρι τις όχθες του ποταμού Dordogne. Και πάνω στην κορυφή ενός βράχου, δέσποζε το κάστρο του μεσαίωνα, «Chateau de Beynac». Ένα κάστρο που σημάδεψε το χωριό τους, το Beynac – et – Cazenac, αλλά και την οικογένειά της. Και μπορεί να είχαν περάσει 400 χρόνια από τότε, αλλά το στίγμα δεν έφευγε ποτέ. Το είχε καταλάβει όταν αυτή ήταν στην ηλικία της Αουρέλια. Το συνειδητοποιούσε τώρα που η μικρή της εξομολογήθηκε τη γοητεία, αλλά και τον φόβο που της προκαλούσε το μαστίγιο. Έστρεψε το κεφάλι της στη λειψανοθήκη, χάιδεψε με τα μάτια της το φραγγέλιο και αναστέναξε. Η στιγμή της αποκάλυψης είχε έρθει.

«Έλα εδώ», της είπε και της άπλωσε το χέρι. Η Αουρέλια πήγε κοντά της και έκατσε στα πόδια της. «Θα σου πω ένα παραμύθι. Μια φορά και έναν καιρό, πριν πολλά – πολλά χρόνια, ζούσε εδώ σε αυτό το χωριουδάκι, ένα μικρό κοριτσάκι που το λέγανε Αναμπέλλ. Έμενε σε αυτό εδώ το σπίτι μαζί με τους γονείς της και τη μικρή της αδερφή. Η μικρή Άναμπελλ από πολύ νωρίς έδειξε ότι ήταν διαφορετική από τα άλλα παιδιά της ηλικίας της. Της άρεσε να τριγυρνάει στα δρομάκια του χωριού, στο δάσος, στην όχθη του ποταμού, να τραγουδά, να μαζεύει περίεργα άνθη, βότανα και ό,τι πρόσφερε η φύση. Όμως, αυτό που έκανε ακόμα πιο ξεχωριστή την Άναμπελλ ήταν ότι με αυτά τα βότανα και τα άνθη θεράπευε τους ανθρώπους. Γρήγορα το χάρισμά της αυτό έγινε γνωστό και όλοι στο χωριό ερχόντουσαν στη μικρή Άναμπελλ για να γιατρευτούν.
Στην ηλικία σου ήταν όταν άρχισε να διαπιστώνει το χάρισμά της και να το προσφέρει ανιδιοτελώς σε όλους. και να συνειδητοποιεί τη «δύναμή» της. Τη δύναμή της να κατανοεί τη φύση και τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Όταν τη ρωτούσαν πού τα έμαθε όλα αυτά, η Άναμπελλ απαντούσε «Μου μιλάνε τα άνθη, τα βότανα, το ποτάμι. Μου μιλάει η φύση». Και ήταν αυτή η απάντηση που την έστειλε σε εκείνο το κάστρο ψηλά». Η Αουρέλια την κοίταξε παραξενεμένη. «Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Δυστυχώς, καρδούλα μου, μέχρι σήμερα, ο κόσμος δεν είναι συνηθισμένος στο διαφορετικό. Και τότε ήταν ακόμα χειρότερα. Ένα λάθος ήταν αρκετό να στείλει την Άναμπελλ στην Ιερά Εξέταση και από εκεί στην εκτέλεση. Ήταν 20 χρονών και ένας συγχωριανός την είχε καλέσει σπίτι του να γιατρέψει την κόρη του. Ωστόσο, το κοριτσάκι ήταν βαριά άρρωστο και δεν τα κατάφερε. Τότε ο πατέρας κατηγόρησε την Άναμπελλ ότι ήταν μάγισσα και πρόσφερε την κόρη του στον Σατανά. Η κατηγορία αυτή σε συνδυασμό με άλλες μαρτυρίες, ότι την έβλεπαν να τριγυρνάει τα βράδια δίπλα στο ποτάμι, ότι μιλούσε στο φεγγάρι, ότι χόρευε και τραγουδούσε ακατάληπτα λόγια, αλλά και η απάντησή της ότι η φύση της μιλάει, είχαν σαν αποτέλεσμα να τη συλλάβουν, να τη δικάσουν και να την καταδικάσουν ως μάγισσα».
«Και όλα αυτά τι σχέση έχουν με το φραγγέλιο;» ρώτησε η Αουρέλια. «Αυτό, αγάπη μου, είναι το όργανο που της στέρησε τη ζωή. Με αυτό την τιμώρησαν γιατί ήταν μάγισσα. Την μαστίγωσαν μέχρι θανάτου. Τα μικρά αυτά κόκαλα στην άκρη των δερμάτινων λωρίδων χάραξαν τη λευκή σάρκα της Άναμπελλ και ποτάμι έτρεχε το αίμα. Την άφησαν αναίσθητη μέσα στο μπουντρούμι του κάστρου και τη βρήκαν πεθαμένη την επόμενη μέρα. Το φραγγέλιο το πήραν οι γονείς της για να θυμούνται την κόρη τους, καθώς το σώμα της το πέταξαν στο ποτάμι. Η Άναμπελλ ήταν αδερφή της προ-προ-προ-προ-προ γιαγιάς μου. Και έτσι, η λειψανοθήκη πέρασε από γενιά σε γενιά να θυμίζει το μαρτύριο της Άναμπελλ και να συμβολίζει το μαρτύριο όλων των ανθρώπων που είναι διαφορετικοί. Έτσι, έφτασε και σε μένα και μετά θα περάσει σε σένα.
Η ηρεμία που ένιωθες όταν ήσουν μωρό οφείλεται στο ότι ήσουν αθώα και δεν είχες νιώσει την κακία του κόσμου. Τα συναισθήματά σου άλλαξαν τώρα που μεγάλωσες γιατί αρχίζεις σιγά – σιγά να αισθάνεσαι την κακία του κόσμου. Το φραγγέλιο με έναν μαγικό τρόπο σου δείχνει την αδικία προς την Άναμπελλ. Σου τονίζει ότι δεν πρέπει να λιθοβολούμε το διαφορετικό. Για αυτό και εσύ αγάπη μου πάντα θα αγαπάς και θα προστατεύεις το διαφορετικό. Γιατί στην ουσία όλοι είμαστε διαφορετικοί».
«Ναι, μαμά. Πάντα», είπε η Αουρέλια και έκανε μία τεράστια αγκαλιά την Αμπιγκέιλ.