“Μαμά, μαμααά, σου μιλάω εδώ και πόση ώρα. Που τρέχει πάλι το μυαλό σου. Σε ρώτησα κάτι, δεν μ’ακούς;”

Σήκωσε το βλέμμα της κι ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένη τα μάτια της. Κούνησε το κεφάλι της σαν να’θελε να το αδειάσει από τις σκέψεις. Πάλι το μυαλό της ξεστράτιζε. Πάλι είχε γυρίσει χρόνια πίσω. Τότε που ήταν γνωστή στους κύκλους της πόλης. Που οι περισσότεροι την ήξεραν με το μικρό της όνομα. Σήκωσε το χέρι και χάιδεψε το σημαδεμένο της μάγουλο. Η ουλή ξεκινούσε από το μέτωπο κι έφτανε μέχρι το σαγόνι της. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν θα ήταν εκεί να της θυμίζει αυτό που κάποτε ήταν. Όσο κι αν προσπαθούσε να ξεχάσει το παρελθόν, κάθε φορά που θα κοίταζε στον καθρέφτη θα έβλεπε τη Φλώρα. Την πιο διάσημη πόρνη των Αθηνών.

Γεννήθηκε σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό της Μακεδονίας. Φτωχή οικογένεια κι ήταν η τελευταία από πέντε παιδιά. Πάλευε ο πατέρας της καθημερινά για το μεροκάματο. Έκοβε ξύλα στο βουνό και τα πουλούσε. Ποτέ όμως τα χρήματα δεν ήταν αρκετά. Η μάνα της δούλευε μεροκάματο στα χωράφια όποτε έβρισκε δουλειά. Η μεγάλη της αδερφή πρόσεχε τα μικρότερα παιδιά. Πέντε παιδιά κι όλα κορίτσια. Ο πατέρας πολλές φορές αναθεμάτιζε την τύχη του. Αντί να του γεννήσει η γυναίκα του αγόρια, του γέμισε ένα σπίτι κορίτσια. Που όχι μόνο δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν στη δύσκολη δουλειά αλλά θα έπρεπε να τις προικίσει κιόλας. Πολλές φορές ξεσπούσε με φωνές και ξύλο και καταριόταν την τύχη του.

Η Φλώρα από μικρή ξεχώριζε. Ήταν η πιο όμορφη από τις αδερφές της. Μεγάλωνε κι άνθιζε. Ψηλή και λυγερή, με δυο μαύρα τεράστια μάτια και τα πιο κόκκινα ζουμερά χείλη. Τα ξανθά της μαλλιά έκαναν αντίθεση με τα χαρακτηριστικά της, δίνοντας της εξωτική ομορφιά. Ήταν η μοναδική που κανάκευε η μάνα και μόνο γι’ αυτήν κρατούσε ο πατέρας τα λιγοστά του χαμόγελα. Ξεχώριζε όμως κι ο χαρακτήρας της. Ατίθαση από μικρή, ένοιωθε να την πνιγεί το μικρό χωριό.

Όσο μεγάλωνε τόσο αισθανόταν να πνίγεται. Το μέλλον της αν έμενε σ’ εκείνον τον τόπο φάνταζε δυσοίωνο. Το πολύ πολύ να παντρευόταν τον πρώτο που θα συμφωνούσε να την πάρει χωρίς προίκα. Η ομορφιά της θα χανόταν με τον καιρό και θα καταντούσε σαν την μάνα. Μονίμως κουρασμένη και κακόκεφη. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως δεν θα άφηνε να συμβεί αυτό. Θα έβρισκε τρόπο να ξεκολλήσει από την ερημιά. Ήταν γεννημένη για μεγαλεία κι όχι για ν’ αρμέγει πρόβατα και να ξεχορταριάζει τα χωράφια.

Ήταν σχεδόν δεκάξι χρονών όταν τον γνώρισε. Γυρολόγος που ερχόταν από την πόλη με το φορτηγό να πουλήσει την πραμάτεια του. Κατάλαβε από την αρχή ότι του άρεσε. Πάντα της έφερνε κάτι όμορφο που της έδινε κρυφά από την μάνα. Κι αυτή πάντα του χαμογελούσε προσέχοντας μην την πάρει χαμπάρι το χωριό. Έψαχνε να βρει τρόπο να του δείξει το ενδιαφέρον της. Έβλεπε σ’ αυτόν την ευκαιρία να γλιτώσει από το κατσικοχώρι. Τι κι Α-Β είχε σχεδόν την ηλικία του πατέρα της. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φύγει.

Η ευκαιρία δεν άργησε να φανεί. Η μάνα είχε πάει στο διπλανό χωριό για ψώνια, ο πατέρας στο βουνό κι αυτή ήταν μόνη στο σπίτι. Οι αδερφές της είχαν από καιρό παντρευτεί κι όλο το βάρος του νοικοκυριού είχε πέσει πάνω της. Άκουσε το φορτηγό μόλις μπήκε στον κεντρικό δρόμο. Έλυσε την μακριά της πλεξούδα, τσίμπησε τα μάγουλα της να πάρουν χρώμα και πήγε τρέχοντας να τον συναντήσει. Ο Θανάσης δεν πίστευε στ’ αυτιά του όταν του ζήτησε να την πάρει μαζί του. Την έστειλε να μαζέψει τα πράγματα της κι εξαφανίστηκαν μαζί. Μάταια οι δικοί της έφαγαν τον τόπο να την βρουν. Δεν άφησε ούτε σημείωμα.

Ο Θανάσης μακάριζε την τύχη του. Από καιρό είχε βάλει την πιτσιρίκα στο μάτι. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν πίστευε ότι είχε ελπίδα μαζί της. Και να που τώρα αυτή είχε προσφερθεί μόνη της. Την πήγε στην Αθήνα όπου ήταν σίγουρος ότι δεν θα τους ανακάλυπτε κανείς. Την έκανε δική του άγρια, σαν κτήνος κάνοντας ότι δεν άκουγε τις φωνές και τα παρακάλια της να σταματήσει. Κι αφού χόρτασε τις ορέξεις του την πάσαρε και στους φίλους του. Με το αζημίωτο βέβαια.

Με τον καιρό η Φλώρα έπαψε να αντιστέκεται. Είχε υποταχτεί στη μοίρα της. Την ώρα που δεχόταν τους πελάτες της άδειαζε το μυαλό της. Έμενε μόνο ένα κορμί που ο καθένας μεταχειρίζονταν σύμφωνα με τις ορέξεις του. Η πελατεία άρχισε να μεγαλώνει. Η εξωτική της ομορφιά και το κορμί της έγιναν περιζήτητα. Για καλή της τύχη ο Θανάσης αρρώστησε βαριά και γρήγορα πέθανε. Είχε κάνει όμως ανεπανόρθωτη ζημιά στην ψυχή της.

Άρχισε να δέχεται πιο εξεζητημένους πελάτες. Σύντομα δούλευε μόνο με ραντεβού. Ντυνόταν ακριβά και κυκλοφορούσε σε σαλόνια. Εξυπηρετούσε μέχρι κι υπουργούς που είχαν μαγευτεί από την όψη της. Μέχρι που γνώρισε τον Παύλο. Είχε πάει σαν πελάτης. Διευθυντής τράπεζας και γαμπρός υπουργού της κυβέρνησης. Στην αρχή ήταν γλυκός μαζί της. Στην πορεία όμως άρχισε να γίνεται βίαιος και κτητικός. Ζήλευε τους άλλους πελάτες. Την ήθελε μόνο για τον εαυτό του. Στο κορμί της χόρταινε τις άρρωστες ορέξεις του. Τον φοβόταν και κάθε φορά που του έλεγε ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί αυτός ούρλιαζε και την χτυπούσε τρελαμένος.

Εκείνο το πρωί δεν θα το ξεχάσει ποτέ όσα χρόνια κι αν ζήσει. Μόλις είχε επισκεφτεί τον γιατρό της, ο οποίος απλά της σιγούρεψε αυτό που ήδη ήξερε. Ήταν έγκυος και το παιδί ήταν του Παύλου. Εξάλλου ήταν ο μοναδικός που δεν έπαιρνε προφυλάξεις. Του τηλεφώνησε να συναντηθούν. Ακόμη θυμάται το τρελαμένο του βλέμμα όταν του το ανακοίνωσε. Έβριζε και την χτυπούσε. Φώναζε ότι θέλει να του φορτώσει το μπάσταρδο της. Προσπάθησε να αμυνθεί. Νόμιζε ότι θα την σκοτώσει. Στην προσπάθεια της να γλιτώσει έπεσε επάνω στο γυάλινο τραπέζι του σαλονιού που της χάραξε το πρόσωπο.

Το ίδιο κιόλας βράδυ εξαφανίστηκε. Ευτυχώς μετά το θάνατο του Θανάση δούλευε μόνη κι είχε μαζέψει πολλά λεφτά. Έκλεισε εισιτήρια για χώρα του εξωτερικού όπου μετά από λίγους μήνες γέννησε την κόρη της. Εκεί κανείς δεν την ήξερε. Έγινε κάποια άλλη και μεγάλωνε το παιδί της μόνη της.

“Μαμά, μαμααά…” Η φωνή της κόρης της την ξύπνησε από την ονειροπόληση της. Την αγκάλιασε κουνώντας δυνατά το κεφάλι, ξορκίζοντας το παρελθόν.