Χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Το σήκωσα και μια γλυκιά ευγενική νεανική γυναικεία φωνή, με καλησπέρισε.

«Ενδιαφέρομαι για το διαμέρισμα που νοικιάζετε»

Δεν ήταν διαμέρισμα, το ισόγειο του σπιτιού μου ήταν και ήταν σαν το ίδιο μου το σπίτι.
Ο υποψήφιος ενοικιαστής θα έπρεπε να πληρούσε κατ αρχάς τους όρους μιας σχεδόν οικογενειακής
συμβίωσης, δεν ήταν απλός νοικάρης.

«Νοικιάζεται ακόμη, μπορώ να το δω?»
«Φυσικά» σου απαντώ και κλείσαμε ραντεβού το ίδιο απόγευμα μετά την δουλειά σου στην τράπεζα.
Ήρθες μες την παγωνιά του Φλεβάρη τυλιγμένη μ ένα τεράστιο κασκόλ και μ ένα χαμόγελο σαν
ζεστό Αυγουστιάτικο μεσημέρι.
Ακόμη και σήμερα, πιστεύω πως ό,τι είπαμε, ήταν τυπικό, έτσι για να το πούμε.
Ξέραμε κι οι δυο πως σου άρεσε, όχι μόνο το σπίτι…

Ζήσαμε μαζί ενάμιση χρόνο.
Πίναμε καφέ(τον ίδιο καφέ – άκου να δεις σύμπτωση) ακούγαμε το ίδιο σταθμό στο ραδιόφωνο, μας άρεσαν
οι ίδιοι τραγουδιστές(εντάξει, είχες και κάτι γούστα που μ έκαναν έξαλλη)…
Ο καιρός κύλησε με γέλια, συζητήσεις, παιχνίδια, πάρτυ,τις φίλες σου αγωνίες κι έρωτες.
Ερωτευμένη έφυγες για μια καινούργια ζωή, στο δικό σου σπίτι.

Ποιος να το πίστευε, χαθήκαμε… μακριά δεν μέναμε, αλλά χαθήκαμε…
Ακόμη και τον γιο σου, δεν κατάφερα να τον δω….

Κάπου κάπου τα λέγαμε στο facebook όλο «θα τα πούμε από κοντά» κι όλο χανόμασταν.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ, σε είδα στο messenger. «Τι κάνεις εδώ τόσο αργά?» σε ρώτησα.
Δεν ήξερα να ατσαλωθώ γι αυτό που θα απαντούσες, απροετοίμαστη με βρήκες κι ένιωσα σαν να
μου κόλλησαν μια παγωμένη κουβέρτα στην πλάτη.
«Αχ Ματούλα μου, θα σε στεναχωρήσω…έχω λευχαιμία, αύριο κάνω επείγουσα εισαγωγή, θα το παλέψω το τέρας, δεν είναι
δυνατόν, έχω μικρό παιδί, αποκλείεται να το αφήσω!!»

Έτσι άρχισε ο Γολγοθάς σου.
Κι ότι νομίζαμε πως ξεχάστηκε ή το πήρε ο χρόνος, ξεπήδησε και μας βούτηξε εκείνο το βράδυ.
Ήσουν μόνο 38 χρονών και ξαφνικά, έπεσε στην πλάτη σου, το βάρος όλου του κόσμου.
Χαμογελούσες πλατιά κι εμείς κλαίγαμε κρυφά…
Πάλεψες, πάλεψες τόσο γενναία, τόσο ευγενικά,τόσο μοναδικά όσο μοναδική ήσουν κι εσύ.

Διάλεξες να μην πεις σε μένα τους φόβους σου, ακόμη κλαίω γι αυτό, να το ξέρεις. Κι όταν βρεθούμε, θα σε μαλώσω
γι αυτό κι αυτό να το ξέρεις.
Ήθελες με μένα να κάνεις τρέλες,κρυφά τσιγάρα στο μπαλκόνι, να μιλάμε για παίδαρους και έρωτες
Ήθελες καφεδάκι σκέτο ελληνικό μ ένα παγάκι μέσα να το φέρνω κρυφά απ τους γιατρούς και να βγαίνουμε έξω,
εγώ να σε κουκουλώνω να μην κρυώσεις κι εσύ να με κορόιδευες πως γέρασα και κάνω σαν χαζή.
Ήθελες να γελάμε, να λέμε βλακείες, να γελάμε, να γελάμε, μόνο να γελάμε.
«δεν θα σε φιλήσω, θα κάνουμε «σεξ χωρίς συναίσθημα» σου έλεγα και μου έλεγες «θα φύγει ο ορός και θα μας
κυνηγάνε, μη λες τέτοια γαμώ το»

Στην τελική ευθεία γίναμε θίασος.
Γίναμε ψεύτρες, υποκρίτριες η μία στην άλλη, γίναμε απελπισμένες.
Έλιωνες κι έλιωνα.
Φοβόσουν κι έτρεμα, μη δεις κάτι σε μένα που θα σε γκρεμίσει!
Πόναγαν τα πόδια σου «κάνε μου λίγο μασάζ Ματ ούλα μου,σε παρακαλώ, πονάω»
«Είναι άγρια τα πόδια σου, να σου φέρω άυριο μια κρέμα;»
«Οχι,δεν χρειάζομαι, ευχαριστώ»
Αυτό το όχι ήταν και το αντίο σου…Ήξερα πως παραιτήθηκες.

Έφυγες μια Τετάρτη…διάλεξες την μέρα που θα ερχόμουν σαν να έλεγες «φτάνει Ματούλα μου, αρκετά κουράστηκες
για μένα»

Άφησες πίσω σου ένα γιο και μια μάνα να παραδέρνουν στην απώλεια.
Άφησες πίσω σου εμάς που συνεχίζουμε με μια σκιά στα μάτια.
Λένε πως πεθαίνει κάποιος μόνο όταν τον ξεχνάς.
Πίπες
Πεθαίνει κάποιος και λείπει.
Αφάνταστα,αφόρητα,επίπονα.
Όπως λείπεις σ εμάς.