Σήμερα θα περνούσαν ένα όμορφο σαββατόβραδο με τους φίλους τους. Είχαν καλέσει τους κουμπάρους και άλλο ένα φιλικό τους ζευγάρι να πιουν μπύρες και να δουν τον τελικό της Eurovision. Παρέα όλοι από φοιτητές, ήταν πλέον όχι απλά συνήθεια, αλλά ιεροτελεστία να το παρακολουθούν όλοι μαζί. Η Κάλια από το πρωί έτρεχε. Super – Market, λαϊκή και μετά σπίτι να αρχίσει την ετοιμάσία. Πίτσες, τυροπιτάκια, λουκανοπιτάκια, μία σαλάτα του σεφ, μία χωριάτικη και πολλά σνακ. Πήρε τηλέφωνο τον Γιάννη και τον ρώτησε αν έφταναν όλα αυτά ή μήπως έπρεπε να φτιάξει και άλλα. «Αμάν βρε αγάπη μου, κάθε χρόνο, τόσα χρόνια, την ίδια αγωνία έχεις. Έλα και μην αγχώνεσαι μια χαρά φτάνουν». Της είπε γελώντας και την χαιρέτησε.

Έβαλε την ποδιά και άρχισε να φτιάχνει το ζυμάρι, έπρεπε να το αφήσει και να «ξεκουραστεί» και κάνα τρίωρο. «Λες και έσκαβε και θέλει και ξεκούραση» σκέφτηκε και χαμογέλασε. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι και μάλιστα απόρησε, καθώς δεν περίμενε κανέναν. «Έλα φιλενάδα, άνοιξε. Ήρθαμε για καφέ» άκουσε τις δύο κολλητές της να φωνάζουν έξω από την πόρτα. Η Νάντια, η κουμπάρα που τους είχε παντρέψει, και η Αμαλία, η τρίτη της παρέας. Τέλεια, να με βοηθήσουν και στις ετοιμασίες σκέφτηκε και έτρεξε να ανοίξει. «Ελάτε, ελάτε. Ετοιμάζω τα καλούδια για το βράδυ», τους είπε και κατευθύνθηκαν προς την κουζίνα.

Με κους – κους, καφέ, τσιγάρο, γέλια, πέρασε όλο το μεσημέρι και στην παρέα προστέθηκαν και οι άντρες, ο Γιάννης, ο Αλέκος της Νάντιας και ο Δημήτρης της Αμαλίας. Η φοιτητοπαρέα του 98 (τότε είχαν πάρει όλοι το πτυχίο τους) μαζεμένη, όπως πάντα, διασκέδαζε και καθισμένοι στο σαλόνι συζητούσαν, έβλεπαν gossip εκπομπές, έκριναν τα τραγούδια και φυσικά υποστήριζαν ότι το ελληνικό ήταν κλάσης ανώτερο. Και κάπως έτσι, ευχάριστα και κεφάτα περνούσαν το απόγευμά τους, περιμένοντας το πάρτι της Eurovision. Και κάπως έτσι, ευχάριστα και κεφάτα, άρχισαν να λένε ιστορίες από το παρελθόν. Ιστορίες από τα φοιτητικά τους χρόνια.

«Θυμάστε, όταν γνωρίσαμε την Κάλλια;» είπε ο Γιάννης. «Κοιτάτε και μην αγγίζετε, ήταν το μότο μας» συμπλήρωσε ο Αλέκος. Τα κορίτσια άρχισαν να γελάνε και να πειράζουν την Κάλλια. «Παγωμένη Πριγκίπισσα μου, εσύ» της είπε η Αμαλία, ενώ παράλληλα παρατηρούσε τον Δημήτρη, ο οποίος δεν έλεγε τίποτα. «Λες, μετά από τόσα χρόνια να είναι ακόμα καψουρεμένος μαζί της;» σκέφτηκε η Αμαλία. Ναι, ήταν κρυφό μυστικό ο Δημήτρης είχε ερωτοχτυπηθεί με την Κάλλια στο πρώτο έτος, αλλά η ίδια δεν είχε συγκινηθεί με το φλερτ του. Αντιθέτως, ήταν πολύ ψυχρή μαζί του, σε σημείο υπερβολής. Και τον είχε δεχτεί στην παρέα μόνο χάρη της Αμαλίας. Την ίδια σκέψη έκανε και ο Γιάννης, ο οποίος παρατήρησε κι αυτός την σιωπή του Δημήτρη. Βέβαια, οι δικές του σκέψεις κατευθύνονταν και στον Αλέκο. Μαζί είχαν φτιάξει το σχέδιο να τα ρίξει στην Κάλλια, προκειμένου να κρύψουν τη δική τους σχέση. Φυσικά, τόσα χρόνια λέγανε την εκδοχή ότι κατέστρωσαν σχέδιο, προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν ήταν τόσο ψυχρή όσο ήθελε να δείχνει. «Και να που από ένα σχέδιο, ομόρφυνε όλη η ζωή μας, μωρό μου», της είπε και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα.

Ο Αλέκος γέλαγε ακόμα και άρχισε να λέει για το φλερτ του στην Νάντια. Το γέλιο που είχε ρίξει όταν σκόνταψε πάνω του και της χύθηκε ο καφές. Το ψέλλισμα της όταν ζητούσε συγνώμη. Και τα γέλια έδιναν και έπαιρναν. Η Νάντια κοκκίνιζε. Τόσα χρόνια κι ακόμα κοκκίνιζε όταν άκουγε αυτή την ιστορία. Και τόσα χρόνια ήθελε να ουρλιάξει. Να φωνάξει ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Κι όμως κάτι στο βλέμμα του Αλέκου πάντα την σταμάταγε. Εξάλλου, όσες φορές το είχε συζητήσει μαζί του, κατέληγε στο νοσοκομείο. Έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της και πίεσε τον εαυτό της να συμμετέχει στα αστεία και τα πειράγματα της παρέας.

Και ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. Η Κάλλια πήγε να ανοίξει και αντίκρισε στην πόρτα δύο αστυνομικούς. «Καλησπέρα, κυρία μου. Έχουμε καταγγελίες και παράπονα για …». «Για; Για ποιο πράγμα έχετε καταγγελίες και παράπονα κύριε αστυνομικέ;» είπε η Κάλλια και παραμέρισε για να περάσουν τα όργανα της τάξεως. «Όπως βλέπετε είμαστε όλοι μαζεμένοι και περιμένουμε να αρχίσει η Eurovision. Ούτε μουσικές τέρμα έχουμε, ούτε τίποτα» είπε η Κάλλια, δείχνοντάς τους παράλληλα τα πτώματα στις πολυθρόνες και στον καναπέ. «Για μία απαίσια μυρωδιά που βγαίνει από το διαμέρισμά σας» είπε αποσβολωμένος ο ένας από τους δύο αστυνομικούς, ενώ ο άλλος είχε μείνει στήλη άλατος μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα.
«Να, εδώ λέμε ιστορίες από τα παλιά. Με τον άντρα μου τον Γιάννη που τόσα χρόνια έχει κρυφό δεσμό με τον φίλο μας τον Αλέκο. Ναι, ναι, υπερβολικό ίσως, αλλά τουλάχιστον έμεινε στην παρέα, δεν πήγε με κανέναν άσχετο. Τον Δημήτρη, που επειδή δεν του έκατσα όταν με φλέρταρε θεώρησε σωστό να με βιάσει και η καλή του από δίπλα, η κολλητούλα μου η Αμαλία, με κατηγορούσε ότι εγώ έφταιγα. Πώς το είχε πει; Α, ναι . «Είσαι προκλητική. Άντρας είναι τι περίμενες;» Και τέλος, τη Νάντια, που ήξερε τα πάντα όλα, τον βιασμό, τη σχέση του Γιάννη με τον Αλέκο, αλλά ποτέ δεν έκανε τίποτα. Προτίμησε να υποταχθεί στο ξύλο που έτρωγε από τον Αλέκο».

Την άλλη μέρα όλες οι εφημερίδες είχαν πρωτοσέλιδο την φωτογραφία της Κάλλιας. «Μαζική δολοφονία σε διαμέρισμα στο προάστειο των Αθηνών», «Νέα ‘’Δολοφόνος με τα τηγανόψωμα΄΄. Τους δηλητηρίασε με ποντικοφάρμακο και τους είχε στο σαλόνι για 15 μέρες». Στην απολογία της η Κάλλια είπε ότι είχε πει και στους αστυνομικούς. «Απλά διασκεδάζαμε με ιστορίες από το παρελθόν. Τώρα αν αυτές οι ιστορίες πήραν εκδίκηση, δεν φταίω εγώ για αυτό».