“Αναπάντητες κλήσεις παντού…” τραγουδά με στόμφο η Ελενάρα η Παπαρίζου, και η ένταση του ήχου ανεβαίνει επικίνδυνα. Το απαιτεί η περίσταση! Πως αλλιώς να αντιμετωπίσει κανείς τη συμπεριφορά και τις κινήσεις επιπέδου δεκάχρονου παιδιού, από οντότητα που κοντεύει να πατήσει τα δεύτερα “άντα”; Μόνο με γέλιο! Άφθονο γέλιο και διασκέδαση! Μα, σοβαρά τώρα, αναπάντητη κλήση; Είναι αυτό στάση νοήμονος ανθρώπου και δη με τη μεταξύ μας προϊστορία; Τι ακριβώς νόμιζες ότι θα πετύχεις, εκτός από το να με ψυχαγωγήσεις ανεπανάληπτα; Ξέρω, ξέρω! Είναι ο δικός σου τρόπος να μου δείξεις ότι… με θυμήθηκες, το έχω ξαναδεί το έργο. Που και που σε πιάνουν τα υπαρξιακά σου κι αναζητάς τα χαμένα σου “θέλω”. Περίπου μια-δυο φορές τον χρόνο, κάθε που φτάνεις στα όρια της απελπισίας. Σε έχει μαραζώσει το κολύμπι στη θάλασσα των συμβιβασμών σου κι όσο περνά ο καιρός, τόσο νιώθεις την ασφυξία σου πιο έντονη. Ας πρόσεχες, όλα στη ζωή είναι θέμα επιλογών….

Λοιπόν, τώρα που το σκέφτομαι, δεν μου προκαλεί μόνο γέλιο η πράξη σου αυτή. Νιώθω επιπλέον και οίκτο. Αλήθεια, λυπάμαι τρομερά. Λυπάμαι για την κατάντια σου, για την παγίδα που αυτοβούλως επέλεξες να πέσεις μέσα, για την εικόνα της μίζερης ζωής σου. Ναι, θλίψη μου προκαλούν όλα αυτά που πράττεις, καθώς και όλα όσα εκπέμπει το δυσαρεστημένο σου βλέμμα. Τα μάτια σου, δεν θυμίζουν σε τίποτα πια το άλλοτε επαναστατημένο σου γίγνεσθαι. Τα χέρια σου, προδίδουν τα ανεξίτηλα σημάδια που άφησε πάνω τους η επιλογή σου να ακολουθήσεις την πεπατημένη. Προσπάθησε να θυμηθείς, να γυρίσεις λίγο πίσω στον χρόνο. Τότε, που κι οι δυο μας χαιρόμασταν το παιχνίδι στο οποίο συνειδητά είχαμε αποφασίσει να συμμετάσχουμε. Όλα ένα παιχνίδι είναι, μην το ξεχνάς αυτό! Εμείς βάζουμε τους κανόνες, εμείς ορίζουμε την εκκίνηση και τον τερματισμό. Εσύ αποφάσισες τότε να τελειώσεις την παρτίδα. Σε “χαλούσε” το παιχνίδι μας ξαφνικά, ήταν επίφοβο, μη ασφαλές. Διάλεξες να μπεις σε άλλα μονοπάτια, πιο σίγουρα, πιο ασφαλή, πιο δεδομένα.

Δεν με πείραξε που αποφάσισες να προχωρήσεις αλλιώς, σου τ’ ορκίζομαι. Κράτησα μόνο τα ωραία από τη διαδρομή αυτή. Απόρησα βέβαια με την εξέλιξή σου, βλέποντάς σε να κινείσαι σε δρόμους που ήξερα ότι δεν σε αντιπροσωπεύουν, να βολεύεσαι σε συνθήκες που δεν κάλυπταν ούτε στο ελάχιστο τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου. Προσπάθησα να κατανοήσω. Είναι μεγάλοι πειρασμοί η βολή και η νηνεμία. Πόσο όμως μπορούν να υπερτερήσουν, όταν φτάσεις στη ζυγαριά της ζωής; Για πόσο μπορούν να κρατήσουν σε καταστολή τη φυσική ροπή; Δύσκολο εγχείρημα, πράγματι. Κι εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι το πείραμα απέτυχε. Έγειρε γρήγορα ο ζυγός, η ψυχή δεν άργησε να ενεργοποιήσει τα αντισώματα της. Το μυαλό και το κορμί δεν άντεξαν για πολύ. Η συνείδηση προχώρησε διστακτικά, αλλά με περίσσιο πάθος, στην αναζήτηση της αλήθειας. Κι έκανες τις πρώτες σου κλήσεις. Απάντησα τότε, με έκπληξη. Με τρεμάμενη φωνή σε άκουσα να προσδοκάς όσα σου είχαν λείψει. Με βλακώδη προσχήματα προσπαθούσες να βρεις τη δίοδο διαφυγής σου, από την αιχμαλωσία. Δέχτηκα να αρχίσει ξανά το παιχνίδι μας. Με τους δικούς μου όρους, αυτήν τη φορά.

Στην αρχή είχε πλάκα, το απολάμβανα. Από ένα σημείο και μετά, όμως, με κούρασε. Καμιά ευχαρίστηση δεν μου έδινε πλέον το “κυνήγι του χαμένου θησαυρού”. Μάταιο ήταν όλο αυτό, φάνηκε πολύ γρήγορα. Στο μεταξύ, είχα αλλάξει κι εγώ. Δεν ήμουν πια αυτό που κάποτε είχες γνωρίσει. Σκεφτόμουν αλλιώς, είχα ωριμάσει, είχα προχωρήσει. Δεν με ικανοποιούσαν και δεν με κάλυπταν τα ημίμετρα, τα λίγα. Δεν είχα χρόνο για να αναλώνομαι στην ικανοποίηση των ενοχών που σε στοίχειωναν και σε στοιχειώνουν. Κήρυξα τη λήξη του παιχνιδιού, με συνοπτικές διαδικασίες. Αντέδρασες, φώναξες, χτυπήθηκες, προσπάθησες να κάνεις επίκληση στο συναίσθημα. Ποιο συναίσθημα, βρε κακόμοιρο ον; Αυτό που κατακρεούργησες εσύ, για να βολευτείς στα σιγουράκια σου;

Ξέρεις τι πιστεύω, εν τέλει; Σου πάει πολύ ο συμβιβασμός και η φαινομενική βολή. Άλλωστε, δεν χάνεις ευκαιρία να διατυμπανίζεις την επίπλαστη ευτυχία σου, με συνεχείς αναρτήσεις στον πλασματικό κόσμο του διαδικτύου. Εκεί κατέφυγες, άραγε; Αυτή είναι η σανίδα σωτηρίας, για να ξεχνάς και να θάβεις μέσα σου με μανία την αλήθεια; Εδώ που τα λέμε, σου προσδίδει μια κάποια αίγλη το πλασάρισμα των επιτευγμάτων σου. Επαγγελματική υπεροχή, συζυγική και οικογενειακή ευημερία… Μπράβο σου! Χαίρομαι ειλικρινά! Θλίβομαι όμως, όταν διαπιστώνω πως όλα αυτά δεν καταφέρνουν να σου χαρίσουν την ανάσα που τόσο χρειάζεσαι! Κι αναγκάζεσαι να προσφύγεις σε τακτικές που φανερώνουν το έλλειμμά σου. Αναπάντητες κλήσεις παντού….

Άκου τώρα προσεκτικά, επειδή βιάζομαι και λίγο, έχω να ζήσω τη ζωή μου! Έχει τελειώσει προ πολλού το παιχνιδάκι μας, σφύριξα τη λήξη κι έκανα φινάλε. Όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς, τόσο καλύτερα για σένα. Και μ’ αυτό εδώ το μπιλιέτο σου κάνω -για τελευταία φορά- τη χάρη να ασχοληθώ μαζί σου. Τιμής ένεκεν! Είπαμε, κρατάω μόνο τα καλά. Δεν μπορείς πια να ψάχνεις σε μένα το αμαρτωλό σου καταφύγιο, κατάλαβες; Δεν θέλω, δεν διατίθεμαι. Γύρισε στη σιγουριά σου και μην κοιτάξεις πίσω, ποτέ ξανά. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχεις τα κότσια να διεκδικήσεις κάτι πιο πέρα. Τι θα μπορούσες να κάνεις, δηλαδή; Γελοιότητες, όπως το να με καταδιώξεις με το αυτοκίνητο, στη μέση του πουθενά; Το παίξαμε τις προάλλες αυτό το φαιδρό επεισοδιάκι, θυμάσαι; Πως μπόρεσες έστω και να νομίσεις ότι θα κατάφερνες να με φτάσεις; Τη σκόνη μου έφαγε το χιλιοδιακοσιαράκι σου (αλήθεια, δεν φοβήθηκες μη σε δει κανένας να με κυνηγάς, με το εταιρικό λογότυπο στις πόρτες, φόρα παρτίδα; ), με έχασες από το οπτικό σου πεδίο σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Σταμάτησα και σε περίμενα στο τέλος της διαδρομής όμως, θυμάσαι; Με λύπη αντίκρισα την ικεσία και την καταπίεση στα μάτια σου. Να με συγχωρείς, αλλά δεν μπορώ να το αντέξω αυτό, δεν το βαστά η καρδιά μου. Θα μου επιτρέψεις να επιταχύνω, να φύγω μπροστά, για να απολαύσω όσα εσύ δεν τόλμησες να παραδεχτείς, πρωτίστως στον ίδιο σου τον εαυτό. Αυτή θα είναι πάντα η διαφορά μας: εγώ θα το ζήσω, εσύ θα το φέρεις ως βάρος κι απωθημένο. Θα σε αποχαιρετήσω τώρα, once and for all! Φραγή στις κλήσεις σου, στον αριθμό σου, φραγή και στις κραυγές απελπισίας σου. Έστω, σε αυτό που εσύ ονομάζεις “συναισθήματα”…!