Θες να τα βάλουμε κάτω και να αναμετρηθούμε; Μα μια φορά μείνε γυμνή, όπως νιώθω εγώ όταν σε αντικρίζω. Ξεφεύγεις απ τα στόματα όλων και τους διαπερνάς όλους με το βλέμμα σου. Γιατί; Μα για κάθε τους πράξη. Είναι κι άλλοι σαν κι εσένα; Όχι, μα έχει πολλούς που θέλουν να πάρουν τη θέση σου, να σου μοιάσουν, να γίνουν ίδιοι με σένα, ή μάλλον καλύτερα, να γίνεις εσύ ίδια μ’ εκείνους.

Μείνε λοιπόν για λίγο γυμνή, σε παρακαλώ. Κουράστηκα να ονειρεύομαι πώς θα ήσουν »αν». Θέλω να δω κάθε αιχμηρή σου γωνιά, κάθε κυρτή σου καμπύλη. Κάθε σου χρώμα και κάθε μουτζούρα σου. Βαρέθηκα να σε ζωγραφίζουν οι άνθρωποι όπως θέλουν, κατά πώς τους βολεύει. Μπορείς να μιλήσεις μόνη σου; Να φανείς; Να λάμψεις; Μπορείς να δείξεις τον πόνο ενός παιδιού που κλαίει, χωρίς λεζάντες να περνούν από κάτω; Τη θλίψη μιας μάνας που θρηνεί, χωρίς τα φλας να φωτίζουν τα σκοτάδια της; Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ανθρώπινη; Σιγά μη μπορείς.

Είσαι θηλυκό και θες να προκαλείς, μα μη ξεχνάς πως τα πολλά βλέμματα θα σε στοιχειώσουν μια μέρα. Όσο πιο πολλοί σε δουν, τόσο πιο εύκολα θα σου δώσουν σάρκα και οστά μα και τόσο πιο δύσκολα θα μπορέσεις να κρυφτείς. Κι εσύ αφήνεσαι στη φιλοδοξία σου. Θες να υπάρχεις κι ας υπάρχεις όπως κι αν είναι. Αυτό θα σε φάει. Σκέφτεσαι μόνο την εικόνα σου και όχι την ουσία σου και αναλώνεσαι. Πόσο μοιάζεις με τους ανθρώπους, να ξερες. Φτωχή μου Αλήθεια.
Αυτοί σε κατασκευάζουν, αυτοί σε διαμορφώνουν, αυτοί σε κάνουν έρμαιο στα χέρια τους. Κι εσύ, που θα ‘πρεπε να έχεις τη δυνατότερη φωνή, σωπαίνεις. Σωπαίνεις κι αφήνεις να μιλούν όσοι δεν έχουν τίποτα να πουν. Άνθρωποι που για να καλύψουν τη φτηνή ψυχή τους πουλάνε ακριβά το κορμί τους. Και ανάμεσα σ’ αυτή την αγοραπωλησία, στέκονται στη μέση άνθρωποι που υποφέρουν, που δεν έχουν δυνάμεις και κανέναν να τους υποστηρίξει. Κι εσύ σωπαίνεις. Φτωχή μου Αλήθεια.

Υπάρχεις πίσω από κάθε σκέψη πίσω από καθετί πάνω σ αυτό τον κόσμο. Μπορείς να νικήσεις τα πάντα κι όμως, αποφασίζεις να χάσεις τις περισσότερες φορές. Έχεις όλα τα πλούτη του κόσμου, μια λάμψη εσώτερη, κι όμως μόνο ούσα ταπεινή λάμπεις πραγματικά. Μα έχεις πια εξασθενήσει στις μέρες μας. Η φωνή σου έχει γίνει αδύναμη και δε τα βάζει πια με τους ηχηρούς των εποχών. Τι σε πλήγωσε, φτωχή μου Αλήθεια; Ο κόσμος που φτιάξαμε μάλλον. Σε τεντώσαμε, σε τραβήξαμε, σου ξεσκίσαμε τα σωθικά για να σε φέρουμε στα μέτρα μας και τώρα έχουμε την απαίτηση να συνεχίζεις να λάμπεις. Φτωχή μου Αλήθεια.

Μα έτσι γυμνή που στέκεσαι μπροστά μου και βλέπω τις πληγές σου, δεν είναι αδύνατο θαρρώ να κλείσουν. Ξέρω ένα παιδί που πεινάει, έναν ηλικιωμένο χωρίς φάρμακα, έναν οικογενειάρχη χωρίς δουλειά. Αυτοί ξέρουν από πληγές. Ξαπόστασε πάνω στα χείλη τους. Αυτοί θα κλείσουν τις πληγές σου κι εσύ τις δικές τους. Και τότε, φτωχή μου αλήθεια, θα αποκτήσεις τη δυνατότερη φωνή. Τότε να μη σε νοιάζει τίποτα. Εσύ θα έχεις τους Ανθρώπους. Όχι εκείνους που τόσο φτηνά σε αγόρασαν, μα εκείνους που ποτέ δε σε πούλησαν. Εκείνους που δεν έχουν φουσκωμένα πορτοφόλια, μα ο θώρακάς τους φουσκώνει από αξιοπρέπεια.

Φτωχή μου Αλήθεια, με λύπη άρχισα να σου γράφω σήμερα. Γιατί; Γιατί η δική μου φτωχή αλήθεια σε θέλει παντού και είδα να μην υπάρχεις πουθενά. Δε σε είδα στα δελτία, δε σε άκουσα στο ραδιόφωνο. Μόνο σε κάτι σχολεία σε είδα, στη στεγνή ανάσα κάποιων πεινασμένων παιδιών. Και παρακάτω σ’ ένα νοσοκομείο κατάφερα να σε αντικρίσω, στο βλέμμα κάποιων ασθενών. Ελπίζω να ξ(ανα)-μορφωθείς, να κλείσουν οι πληγές σου και να μη σε ξαναδώ ποτέ εκεί. Μην αφήσεις τους ανθρώπους. Σε χρειάζονται, Φτωχή μου Αλήθεια