Κάθομαι στο παγκάκι μου στο προαύλιο του νοσοκομείου. Χρόνια τώρα κάθομαι και χαζεύω τον κόσμο να πηγαινοέρχεται. Και όποτε βρεθεί κάποιος που δεν θα φοβηθεί την “αρρώστια” μου, και με κεράσει έναν καφέ και ένα τσιγαράκι, εγώ του χαρίζω λουλούδια και του τραγουδάω. Μπορεί το στραβωμένο στόμα μου να βγάζει πλέον μόνο άναρθρες κραυγές, εγώ τραγουδάω και ας μην καταλαβαίνει κανένας τι λέω. Ποια είμαι άλλωστε εγώ να με ακούσουν; Η Α. είμαι. Μία μόνο από τις 4000 χιλιάδες ψυχές που πέρασαν από αυτόν τον τόπο. Μία από τις 400 που έχουν απομείνει. Μία ακόμα τρελή…

Δεν ήμουν όμως πάντα έτσι. Εσύ θα έπρεπε να το ξέρεις. Θα έπρεπε να το θυμάσαι. Θα έπρεπε να το νιώθεις. Θα έπρεπε να μην χρειάζεται να στέλνω την ιστορία μου σε σένα με τον άνεμο, ελπίζοντας να σε συναντήσει.

Τι ήμουνα μωρέ. Δεκαεφτά χρονών ήμουν. Μια νησιωτοπούλα που φτερούγισε νωρίς η καρδία της. Μια νησιωτοπούλα που χωρίς δεύτερη σκέψη, επειδή αγάπησε, την χάρισε απλόχερα και χωρίς όρους. Γιατί αυτή τη χάρισα, δεν την πούλησα, να το θυμάσαι πάντα! Και εκείνος την πήρε στα χέρια του, την έκανε χιλιάδες κομμάτια, την σκόρπισε σαν στάχτη και έφυγε. Πριν φύγει όμως φύτεψε μέσα μου κάτι. Κάτι μικρό. Κάτι που για χάρη του θα πήγαινα στην κόλαση. Και πήγα.

Δεν θυμάμαι πλέον τι είχε πονέσει περισσότερο τότε, η φυγή εκείνου ή το ξύλο του άλλου; Αυτουνού που κάποτε είχε σπείρει εμένα μέσα στην κοιλιά της μάνας μου. Της μάνας μου που “έφυγε” χωρίς να το θέλει τόσο νωρίς. Άρε μάνα, αν δεν είχες φύγει, όλα ίσως να ήταν αλλιώς…

Τα μάζεψα έτσι και εγώ και έφυγα. Εγώ τον σπόρο μου θα τον φύλαγα. Θα του έδινα αέρα να μεγαλώσει. Δεν ήταν βλέπεις ένας απλός σπόρος. Αυτός ο σπόρος ήταν η μόνη μου ελπίδα να ξαναφυτρώσει η καρδιά που είχα χαρίσει, η καρδιά που είχα χάσει. Για να αποκτήσω λοιπόν και πάλι καρδιά θα έκανα κυριολεκτικά τα πάντα, θα πουλούσα ότι μπορούσα.

Και με μάζεψαν εκείνες. Μου έδωσαν στέγη, μου έδωσαν φαΐ, μου άπλωσαν ένα χέρι πάνω που είχα πιστέψει πως κανένας δεν νοιάζεται. Έτσι ένα μουντό πρωινό του Γενάρη ήρθες στον κόσμο. Και ήσουν ότι πιο όμορφο είχα αντικρίσει. Ήσουν η καρδιά μου και σε κρατούσα και πάλι ατόφια στα χέρια μου. Αυτή τη δεύτερη καρδιά μου κανένας δεν θα την κομμάτιαζε. Κανένας! Είχε έρθει η ώρα όμως να αρχίσει το ξεπούλημα. Είχε έρθει η ώρα της αποπληρωμής. Όλα ένα αλισβερίσι. Όλα εμπόριο.

Στιγμή δεν δείλιασα και δεν ντρέπομαι γι’αυτό. Για την καρδιά μου είπαμε , θα έκανα τα πάντα. Και όσο πουλούσα κομμάτι , κομμάτι το κορμί μου, σε έβλεπα να ανθίζεις και δεν με ένοιαζε. Πονούσε πολύ , δεν στο κρύβω. Αλλά άντεχα. Άντεχα! Νόμιζα ότι άντεχα… Εκείνο που δεν άντεξα ήταν όταν σε φέρανε, παιδάκι ακόμα, στο νοσοκομείο να με δεις. Τότε που ένας “αγοραστής” με πέταξε από το μπαλκόνι, γιατί αυτό του έλεγε η άρρωστη ψυχή του. Γιατί πίστεψε με, τις πιο άρρωστες ψυχές τότε τις γνώρισα και όχι αργότερα, εκεί που οι άρρωστες ψυχές είχαν ταμπέλες και ήταν αλυσοδεμένες.

Πως να αντέξω τα βουρκωμένα σου μάτια; Πως να αντέξω να βλέπω τη νέα μου καρδιά να ραγίζει και πάλι; Είχα υποσχεθεί να την κρατήσω ατόφια και έπρεπε να το κάνω. Πούλησα έτσι το πρώτο κομμάτι του μυαλού μου και σε έστειλα μακρυά. Σε έστειλα μακριά και ας μου ερχόταν τρέλα. Σε έστειλα για να σε κρατήσω ολόκληρο.

Με την καρδιά μου όμως μακριά, δεν ήξερα η ανόητη, πως κάθε φορά που θα πουλούσα στο εξής το κορμί μου, θα ζητούσε για εγγύηση και ένα κομμάτι του μυαλού μου. Όλα όμως για την καρδία μου. Όλα! Η καρδιά μου χρειαζόταν λεφτά και εγώ δεν θα της τα στερούσα. Η καρδιά μου θα θέριευε. Η καρδιά μου θα μπουμπούκιαζε. Η καρδιά μου θα έβγαινε αλώβητη από τα σκατά που είχαν καλύψει κάθε πόρο του κορμιού μου. Η καρδιά μου θα ερχόταν κάποτε και θα με τράβαγε από εκεί μέσα. Όχι από ευγνωμοσύνη, αλλά από αγάπη. Και όσο το μυαλό μου με εγκατέλειπε, έκλεισα τη ψυχή μου μέσα σ ένα δωματιάκι χωρίς παράθυρα. Αμπάρωσα την πόρτα με ένα καρφί και περίμενα…

Νύχτα έφτασα στη Λέρο. Χωρίς μυαλό, με μια φυλακισμένη ψυχή και μ’ ένα κορμί στραπατσαρισμένο. Μία ανάμεσα σε τόσες χιλιάδες φυλακισμένες ψυχές. Και όσο βασάνιζαν ότι είχε απομείνει από το σώμα μου με χημικά και ηλεκτρικό ρεύμα, τόσο έβαζα καρφιά στην αμπαρωμένη πόρτα της ψυχής μου. Ώσπου ήρθε ένα ηλεκτροσόκ και ξεκόλλησε επιτέλους η ρουφιάνα από το κορμί μου εντελώς. Πλέον δεν ένιωθα ούτε πόνο. Παθαίνεις τελικά κάποτε ανοσία στον πόνο.

Λένε πως ο πόνος είναι καλός. Πως τον έστειλε ο Θεός για να μας προστατεύσει. Για να ξέρει ο άνθρωπος τα όρια του. Για να προλαβαίνει έγκαιρα το μεγαλύτερο κακό. Δίκιο έχουν. Χωρίς πόνο τίποτα δεν έχει πια αξία.

Κάθομαι έτσι, με τα 78 χρόνια μου να βαραίνουν τις πλάτες μου, με μια ψυχή θωρακισμένη πλέον τόσο στεγανά, που δεν πρόκειται να ξαναδεί το φως της μέρα, με ένα κορμί τσακισμένο από τα χρόνια και τις κακουχίες , εκεί στο παγκάκι του νοσοκομείου και δεν ελπίζω σε τίποτα. Ήρεμη πως η καρδία μου κάπου ελεύθερη, κάνει μεγάλα και σπουδαία πράγματα.

Και μόνο μια νύχτα το χρόνο, ανοίγει μια αδιόρατη τρυπούλα στα ντουβάρια της ψυχής μου, όταν η καρδιά μου σκυφτή, έρχεται να με δει. Αλλά είναι τόσο μικρή αυτή η τρυπούλα και είναι νύχτα έξω, που δεν μπορεί να ρίξει ούτε μια στάλα φως μέσα. Δεν την αφήνει η ντροπή, η αηδία, η ενοχή να πάρει τον κασμά και να ρίξει με δύναμη τους τοίχους με τα καρφιά, πλημμυρίζοντας με φως την καταχωνιασμένη μου ψυχή.

Αλλά δεν πειράζει…Αλήθεια δεν πειράζει. Ακόμα και αν καρδία μου δεν βρεις ποτέ το θάρρος να με βγάλεις στο φως , εγώ θα χαθώ στο αιώνιο σκοτάδι περήφανη. Περήφανη, που από όλη αυτή την κοινότυπη ιστορία, εσύ βγήκες αλώβητη.

Φύσα τώρα θαλασσινό αεράκι. Φύσα και στείλε το μήνυμα μου εκεί έξω. Φύσα και ταξίδεψε το. Ταξίδεψε το να είμαι έτοιμη για το μακρινό μου ταξίδι στην άλλη ζωή. Μια “ζωή” που μακάρι να μου φερθεί καλύτερα. Και όταν εγώ θα έχω χαθεί , φύλαγε την καρδία μου που θα έχω αφήσει πίσω. Φύλαγε την, φυσώντας μακριά της, την βρωμιά του κόσμου.

(Ευχαριστώ τον “άνεμο” που μου έφερε αυτή την ιστορία.
Το μήνυμα σου γλυκιά μου Α. σαν πουλί, εγώ προσπάθησα να το ελευθερώσω και μακάρι να φτάσει εκεί που πρέπει…)